Κρατούσε τον σπάγκο ενός πολύχρωμου χαρταετού. Κι ας μην ήταν καθαροδευτέρα.
Του άρεσε να τον σηκώνει στην απεραντοσύνη του ουρανού.
Ξέφευγε στο τεράστιο και στο ατελείωτο.
Ζούσε μέσα του το Θεϊκό άπιαστο άπειρο.
Ένοιωθε στα μικρά του δάχτυλα την ένταση των μικρών ανέμων και των ταξιδιάρικων νεφών. Ονειρευόταν ένα ταξίδι χωρίς σύνορα, χωρίς ανάπαυλες.
Ατελείωτο.
Δεν ήξερε την γεύση της πίκρας κι ας μην την μάθαινε ποτέ.
Κι άφηνε να ξετυλίγεται ο λεπτός, δυνατός σπάγκος, που ένωνε την καρδία του με το γαλάζιο τόξο της φύσης.
Ανάβλυζε μέσα του η χαρά, θυμάρι αλάτι κι αγριολούλουδο.
Ταξίδευαν το μυαλό και τα μάτια μέσα στα στριφογυρίσματα του παιγνιδιάρικου χαρταετού του. «Πέτα αετέ μου, πέτα!..» Να πετάξει και η καρδιά του παιδιού πιο ψηλά
Του άρεσε να τον σηκώνει στην απεραντοσύνη του ουρανού.
Ξέφευγε στο τεράστιο και στο ατελείωτο.
Ζούσε μέσα του το Θεϊκό άπιαστο άπειρο.
Ένοιωθε στα μικρά του δάχτυλα την ένταση των μικρών ανέμων και των ταξιδιάρικων νεφών. Ονειρευόταν ένα ταξίδι χωρίς σύνορα, χωρίς ανάπαυλες.
Ατελείωτο.
Δεν ήξερε την γεύση της πίκρας κι ας μην την μάθαινε ποτέ.
Κι άφηνε να ξετυλίγεται ο λεπτός, δυνατός σπάγκος, που ένωνε την καρδία του με το γαλάζιο τόξο της φύσης.
Ανάβλυζε μέσα του η χαρά, θυμάρι αλάτι κι αγριολούλουδο.
Ταξίδευαν το μυαλό και τα μάτια μέσα στα στριφογυρίσματα του παιγνιδιάρικου χαρταετού του. «Πέτα αετέ μου, πέτα!..» Να πετάξει και η καρδιά του παιδιού πιο ψηλά
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου