TOXOBO RADIO

ΤΑΡΖΑΝ


Ήταν ένας δρόμος.
Χαραγμένος από τα βήματα των ανθρώπων που έμεναν στο πλάι του.
Με πέτρες και χώματα. Και σκόνη τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Με ανταύγειες τα δειλινά και με το μάτι να χάνεται στο απέραντο ορίζοντα.
Είχε μια θάλασσα στο βάθος. Άλλοτε γαλάζια κι άλλοτε μαύρη με μικρες λευκές περισπωμένες για κύματα. που έφταναν μέχρι τις απέναντι θολές γραμμές της Αίγινας.
Είχε πίσω του έναν όγκο βουνό. Με πεύκα μέχρι την μέση και ξερός βράχος, απ την μέση και πάνω. Κάποιες λίγες  εργατικές πολυκατοικίες του Καρέα άσπριζαν λίγο στους πρόποδες. Και τρία δέντρα μοναχά στην κορφη του σκούραιναν κάθε ανατολή και πρασίνιζαν στη δύση του ήλιου.
Λίγα σπίτια δεξιά κι αριστερά του δρόμου,  κάποια έτοιμα,  κάποια ακόμα  στα μπετά προσδιόριζαν το γεωγραφικό του πλάτος και μήκος.
Στα αριστερά του βράχοι που έχασκαν και μας τρόμαζαν, στα δεξιά του ένα ρέμα. Και στη μέση ο δρόμος μας. Σαν κάστρο προφυλαγμένο.
Τον χειμώνα να τον πιάνει ο βοριάς και να σφυρίζει ανάμεσα στα μισοτελειωμένα γιαπιά και το καλοκαίρι να βράζουν οι πέτρες λαβα.
Και πέρα στον ορίζοντα κατά την θάλασσα να μετράμε τα άσπρα καράβια  του Σαρωνικού.
Για να κατεβείς είχε κατηφόρες.
Για να ανεβείς, ανηφόρες.
Γειτονία. Με  ανοιχτα παράθυρα και πόρτες. Με καυγάδες και γέλια. Με φωνές μανάδων τα μεσημέρια.
«.. Γιαννάκη   φαιιιι!!.. »
Και μαζευόμασταν.
Οι μεγάλοι με τους μεγάλους και οι μικροί με τους μικρούς.
Μέχρι να φτάσουν κι οι πατεράδες απ την δουλειά αργά  το βραδάκι.
Μέχρι να κλείσουν οι μικρές κάμαρες, να σωπάσουν οι φωνές. Και να σκάνε γιασεμιά και αγριοθύμαρα.

Ένα σπίτι ήταν διαφορετικό. Ζωσμένο στις τριανταφυλλιές και τα δέντρα.
Μέσα στο πράσινο δεν έβλεπες το σπίτι σχεδόν. Ο κήπος μια όαση. Χρωματιστός κι αρωματισμένος απ τα λουλούδια, δροσερός και πράσινος απ τα δέντρα.
Κάπου ανάμεσα, διέκρινες και μια τεράστια κόκκινη πόρτα. Με άσπρη πλουμιστή σιδεριά να σχηματίζει ημικύκλια με χάρη.
Ο κύριος Τριανταφυλάκης ήταν ένας χαρούμενος και χαμογελαστός κύριος.
Και ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού. Όνομα και πραμα με τον κήπο του, που επιμελώς είχε η κύρια Τριανταφυλλακη στην επίβλεψη της. Μια κόρη με το όνομα «μπέμπα» συμπλήρωνε την ευτυχία του σπιτιού.
Ο κύριος Τριανταφυλάκης  ήταν συνταξιούχος. Κοντός και παχουλός. Με χοντρά δάχτυλα, τριχωτά. Με «καβουράκι» μόνιμο επί της κεφαλής και ένα σταματημένο χαμόγελο στο πρόσωπο. Με μυτερά καλογυαλισμένα παπούτσια και μαντίλι λευκό στο σακάκι.
Ήταν πολύ χρήσιμο αυτό το μαντήλι ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Σχεδόν πάντα το τραβούσε με μια γρήγορη,  χορευτική κίνηση,  για να σκουπίσει τον ιδρώτα του μετώπου του, βγάζοντας με το άλλο χέρι το λευκό ψαθινο καπέλο του και πάλι με την ιδία χάρη, έβαζε και τα δυο στη θέση τους.
Το μαντήλι στο σακάκι και το ψάθινο καπέλο στο κεφάλι του.
Μια τελευταία κίνηση πάντα μετακινούσε το καπέλο μερικά εκατοστά προς τα πίσω.
Και μάζευε και το τεντωμένο μικρό τριχωτό δάχτυλο χτυπώντας μερικές φορές το πέτο του για να διώξει τυχών υπολείμματα σκόνης.

Τα μυτερά του παπούτσια ήταν πάντα η δυσάρεστη για μένα σύγκριση.
Ο πατέρας μου, μου καταλόγιζε ανελέητα ότι καταστρέφω τα παπούτσια που μου αγοράζει. Μόνο εγώ το έκανα αυτό. Κανείς άλλος.
 « δες τα παπούτσια του κυρίου Τριανταφυλλάκη.. πάντα στην εντέλεια .. πάρε επιτέλους ένα παράδειγμα..» «Περπάτα σαν άνθρωπος πια..»
Η γειτονιά δεν έβλεπε εύκολα αυτοκίνητα. και όταν ο κύριος Τριανταφυλλάκης αποφάσισε να αγοράσει ένα και να το φέρει εκεί έξω από τα ανθισμένα του τριαντάφυλλα, τότε μια μαγική σκόνη μας κάλυψε όλους.
Ίδιος εμένα που πλέον είχα βρει ένα νέο εντυπωσιακό παιχνίδι. Τους γυαλιστερούς, ασημί προφυλακτήρες του νέου αυτοκινήτου της γειτονιάς. Καθισμένος κάτω στο χώμα, πλησίαζα το πρόσωπο μου κοντά στον προφυλακτήρα και ξαφνικά τα πάντα άλλαζαν.
Τα μάτια μου και τα αυτιά μου έπαιρναν άλλες διαστάσεις. Τα δόντια μου έμοιαζαν τεράστια και λευκά. Τα φρύδια μου σχημάτιζαν μια ατέλειωτη σειρά δεξια κι αριστερά μου. Και ανάλογα με την απόσταση απ τον προφυλακτήρα του αυτοκίνητου όλα  μίκραιναν η μεγάλωναν ιλιγγιωδώς.
Δεν χόρταινα να παρατηρώ τις αλλαγές, κάνοντας άπειρες γκριμάτσες για να γίνουν όλα ακόμα πιο εντυπωσιακά.
Ακόμα πιο ονειρεμένα.
Κι όταν ο ήλιος χανόταν  και οι μανάδες  έβαζαν πάλι τις φωνές να μαζευτούμε στα σπίτια, τότε συνέχιζε το μυαλό μου να φαντάζεται ακόμα πιο κωμικές φιγούρες μπροστά στον ασημί γιαλιστερο και λείο προφυλακτήρα.
«.. Πάλι ονειρεύεται αυτό το παιδί μας...»
Ξάπλωνα στο μικρό μου κρεβάτι που για λόγους ζέστης είχε μεταφερθεί στο μικρό μπαλκονάκι της κουζίνας μας και χανόμουν στα μακρινά φώτα της πόλης χαμηλά και  στα μικρά λευκά, τρεμοπαίζονται φώτα της Αίγινας, στο βάθος. Αλλά το εξίσου σαγηνευτικό θέαμα, ήταν ένας  μακρινός θερινός κινηματογράφος που δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει τι έπαιζε, όμως οι μόνιμες εναλλαγές των χρωμάτων, στην λευκή του τεράστια οθόνη, ήταν μια άλλη νυχτερινή μαγεία που καραδοκούσε να πλάσει νέα  όνειρα και νέες γκριμάτσες.
Κάποτε έμαθα ότι ήταν ο κινηματογράφος «Εριέττα»
Κι αυτό το όνομα, που έμοιαζε τόσο φοβιστικά γλυκό κι ανατριχιαστικά μακρινό, φούντωνε τα παιδικά μου όνειρα με ιστορίες που συνδύαζαν τον λείο καθρεπτιζοντα προφυλακτήρα με το εύηχο και άδολα ερωτικό όνομα «Σινε Εριέττα».
Και κάπου εκεί στην θέα του άγνωστου και πολύχρωμου κόσμου αποκοιμιόμουν.

Οι καλοκαιριάτικες Κυριακές μύριζαν πρέφα, καφέ, και  ταψιά με ψητά στο φούρνο. Μύριζαν παιδικές φωνές και γέλια πατεράδων. Είχαν μια γεύση από μεγάλες σελίδες εφημερίδων και μανάδες σε γιορτινά φορέματα.
Είχαν μια γεύση από καθαρά καλοσιδερομένα ρούχα. «Τα καλά μας!».
Και μεσημεριανό φαγητό όλοι μαζί.
Μετά, ένα μεσημεριανό ραχάτι με δροσερά φρεσκοπλυμένα σεντόνια.
Ένα απόγευμα που ήλιος  έπεφτε πίσω από τους θολούς τρεμάμενους μακρινούς γκρίζους όγκους της Σαλαμίνας, χρυσίζοντας την αττική γη και οι φωνές μας από το κρυφτο και το κυνηγητό έπνιγαν τον δρόμο στη σκόνη, κάποιος «Μεγάλος» ακούστηκε να λέει κάτι για κάποιο πανηγύρι στον προφήτη Ηλία.
Όχι πολύ μακριά. Εκεί κοντά στο «Τρύπιο κατοστάρι» κάπου εκεί στην «Εριέττα»
Σταμάτησα να τρέχω. Είχε ακουστεί το «Εριέττα».
Παρακάλεσα να με πάρουν μαζί τους.
Ο κύριος Τριανταφυλλακης θα οδηγούσε. Ο νονός μου και ο πατέρας μου θα επέβαιναν στο πίσω κάθισμα με τα κοντομάνικα διπλωμένα τους πουκάμισα και γω ανάμεσα στα μπράτσα τους, που μύριζαν πράσινο σαπούνι και ιδρώτα, έβλεπα διάφορα όργανα να μετρούν χιλιόμετρα και αλλά ακαταλαβίστικα. Η κυρία Τριανταφυλλακη είχε βγει στο δρόμο και με τα χέρια στη μέση παρακάλεσε και τον κύριο Ηρακλή να κάνει τον κόπο να πάει μαζί τους.
«Κύριε Ηρακλή μας δεν πάτε μαζί με τον άνδρα μου να τον προσέχετε και λίγο? Εσείς ως αυτοκινητιστής θα είστε εξαιρετική βοήθεια αχρείαστη νάναι»
Ο κύριος Ηρακλής είχε το προσωνύμιο «ο πειρατής» και δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαινε. Θα καταλάβαινα κατά την διάρκεια εκείνου του απόβραδου ότι είχε κάποιο παράνομο.. «πειρατικό» αυτοκίνητο που λειτουργούσε  ως ταξί.
Άρα και γνώριζε την τέχνη της οδήγησης.
Και η κυρία Τριανταφυλλακη γύρισε ήσυχη στον δροσερό της κήπο  την ώρα που η μηχανή μούγκρισε, τραντάζοντας κάπως, λαμαρίνες και επιβάτες.
Ο κύριος Τρυανταφυλλακης με την γνωστή κίνηση έσπρωξε το ψάθινο καπέλο του λίγα εκατοστά πιο πίσω και βγάζοντας το μαντήλι, το τοποθέτησε στην άκρη της κοιλιάς του, εκεί που ακουμπούσε ήδη το τεράστιο  μαύρο, στρογγυλό και γυαλιστερό τιμόνι του αυτοκινήτου. Καθώς έστριβε το βολάν αυτό περνούσε από το μαντήλι που ήταν σφηνωμένο πλέον ανάμεσα στη κοιλία και το τιμόνι.
«…. Να μην αφήσει μαυράδια στο πουκάμισο!!» 
Έτσι το δικαιολόγησε και ο κύριος Ηρακλής – περίπου ιδίων διαστάσεων και σωματοτυπου – συμφώνησε, κουνώντας καταφατικά το τεράστιο γυμνό του κεφάλι.
Ένοιωσα περιπαιχτικά γελάκια από τους «πίσω».
Αγνοώντας όμως τους κινδύνους της μη ασφαλούς οδήγησης του οδηγού, παρατηρούσα τα μικρά λαμπάκια στο καντράν και άκουγα μετά προσοχής όσα ο έμπειρος κύριος Ηρακλής, ασταμάτητα επεξηγούσε, στον κατά τα φαινόμενα ατζαμή οδηγό του παλαιού ‘Οπελ.
Έμαθα ότι ήταν ένα Όπελ Ολύμπια του 1960.
Έμαθα ότι «φρενάρουμε πάντα για πεζούς αλλά ποτέ για ζώα».
Έμαθα ότι μπορούσε να τρέξει με 100 χιλιόμετρα την ώρα.
Έμαθα ότι ο κύριος Τριανταφυλλακης δεν έτρεχε ποτέ γιατί «φώναζε» η κυρία του.
Έξαλλου δεν είχαν και που να πάνε. Κάπου πιο μακριά βρε αδελφέ. «Μεγαλώσαμε πια»
Πάλι «γελάκια» από τους πίσω. Κλείσιμο ματιού. Μικρά σκουντήματα.
Μπαμπάς και νονός στο πίσω κάθισμα μουρμούριζαν μόνιμα μικρές «κακίες» και χαμογελούσαν μέσα από λεπτά μαύρα μουστάκια, έχοντας τους αγκώνες έξω από τα παράθυρα που άνοιγαν ελαφρώς προς τα πίσω  Κάτι σαν φιλιστρίνια.
Φτάσαμε κάποτε.
Παρκάραμε εκεί που έπρεπε, ανάμεσα σε άλλα, σχεδόν ίδιου τύπου, αυτοκίνητα.
Πολυκοσμία σε μια τεράστια αλάνα με φώτα πολύχρωμα, πάνω από πάγκους με παιχνίδια και ρούχα.
Μια απόλυτη τσίκνα, από αυτοσχέδιες ψησταριές, ανέβαινε προς το μαβί του ουρανού. Μουσικές ακούγονταν μπερδεμένες, ανακατωμένες.

« Της Λαρίσης το ποτάμι που το λένε Πηνειό αν τυχών και δεν με θέλεις…»

Χανόμουν σε όλα αυτά κοιτώντας και μυρίζοντας τα πάντα γύρω μου.
Τα χρώματα, οι ήχοι και οι μυρωδιές, ανακατωμένα με την σκόνη της αλάνας και τον μαύρο όγκο του Υμηττού, να σκουραίνει όσο σκοτείνιαζε και πιο πολύ.
Η Αθήνα κάτω άναβε ένα ένα τα φώτα της.
Κι ο Σαρωνικός γαλαζόμαυρος φέγγιζε από ολόφωτα καράβια.

Και εκεί που δεν το περίμενα  το μάτι μου αναγκάστηκε να δει ένα μπλε φως να ανάβει παραπονιάρικα, κάπου πιο έξω από την αλάνα του πανηγυριού.
Πάνω απ την σκόνη και τις τσίκνες της.
Πρώτα μια σειρά μεγάλη. Γαλάζια. Μετά ένα κόκκινο πλαίσιο άρχισε με μικρά σπασίματα να ανάβει. Να γίνεται ένα όμορφο σχήμα που έτρεχε να κάνει γραμμές φωτεινές.  Με φως ολάχνιστο.
Τρεμόπαιξε λίγο μέχρι να σταθεί με μεγαλοπρέπεια στα μάτια μου.
Αποσβολώθηκα.
Και μετά, μέσα στα χρώματα να εμφανίζονται με αυθάδεια ένα ένα τα γράμματα …
«Σινέ Εριέττα».
Έκανε ένα σαν «τσάφ»… κι έμεινε εκεί γραμμένο.
Ολόφωτο σαν φεγγάρι τον Αύγουστο.
Έμεινα νοιώθοντας μια ανατριχίλα να περνά όλη μου την πλάτη.
Με τράβηξε το χέρι του πατέρα μου… «περπάτα.. τι έπαθες.?»
«Α,.. ναι  Είναι κινηματογράφος.. Η Εριέττα.»
Κι άρχισαν να μιλούν για την Εριέττα. Γελώντας και κοιτάζοντας αδιάφορα τους πανηγυρτζήδες…
Με τραβούσε και γύριζα το κεφάλι προς τα πίσω να δω πάλι τα κατακόκκινα γράμματα…  να ρουφήξω τα σχέδια τα σχήματα και το πανέμορφο όνομα ανάμεσα τους… Εριέττα..
« …αυτός που το έγραψαν και οι εφημερίδες  δεν την έχει?»
Ένας ρωτούσε αόριστα κι κάποιος  απαντούσε με μισά λόγια..
Ανέλαβε ο κύριος Ηρακλής ο «κοσμογυρισμένος» να απαντήσει.
Τα αυτιά μου είχαν γίνει κεραίες. Με τραβούσε η ιδρωμένη παλάμη του πατέρα μου στη καρδία της ιστορίας.
«.. ναι ήταν κόρη του. Μονάκριβη και πανέμορφη… έτσι λεγανε όλοι.. δεν ξέρω κι ολας»
«και?»
« ε και τι και… την έκλεψε ένας γαμπρός … ένας  μόρτης»
Πεσαν κάτι ξερά γέλια
«ο μόρτης ε?»
« κι έδωσε ότι είχε και δεν είχε να την πάρει πίσω… αλλά που αυτή!! Έρως κύριε έρως»
«ναι .. την είχε δαγκώσει την λαμαρίνα…»
Και εσκάγανε πάλι στα γέλια όλοι μαζί.
«δεν την έδινε ο γέρος  ε?»
«δεν την έδινε ναι…  και το έσκασε με τον μόρτη κάποιο βράδυ κι έπεσε να πεθάνει ο πατέρας της.»
Βγαίναμε σιγά σιγά απ την πολυκοσμία…Σκοτάδι πια. Πλησιάζαμε στο αυτοκίνητο.
Είπα να ρωτήσω…»και τι εγινε μετά με την Εριέττα…»
Τρανταχτήκαν στα γέλια. Λαμπίριζαν στο σκοτάδι τα δόντια τους, τα μαλλιά τους και τα καλογυαλισμένα παπούτσια του κυρίου Τριανταφυλλακη.
Με κοίταζαν με ένα ύφος υπεροψίας.
Όμως αν και η απάντηση δεν ήταν για μένα ανέλαβε ο κύριος Ηρακλής να κλείσει το θέμα μιλώντας προς τους «άντρες» της παρέας.
« την έψαχνε χρόνια και κάποτε έμαθε ότι είχε πεθάνει ο μόρτης, σε ατύχημα, κι αυτή ντρεπόταν να γυρίσει πίσω. Είχε κι ένα μωρό….
«Πήγε ο πατέρας, την βρήκε, τα είπαν, κλάψανε μαζί και την έφερε πίσω.»
« τι λες?  Την συγχώρησε?»
«Ε μα τι θα έκανε λες εσύ.. είχε γεράσει κιόλας. Τώρα αυτή είναι στο ταμείο του σινεμά.. .»
«Να προσέχουμε όσοι έχουμε κόρες…¨»
Και έσκασαν πάλι στα γέλια.
Στριμωχτήκαμε πάλι μέσα στο ζεστό αυτοκίνητο ανοίγοντας παράθυρα και περιμένοντας να φυσήξει.
Το καπέλο το μαντήλι το τιμόνι η κοιλία…όλα ξανά απ την αρχή.
Γύρισε το κλειδί. Άναψαν τα φώτα. Φάνηκε πάλι η σκόνη μέσα απ τα φώτα σαν σήραγγα.
Ακούστηκε το γκάζι να δυναμώνει αλλά το αυτοκίνητο δεν ξεκολουσε απ την θέση του. Κοιταχτήκαν όλοι μεταξύ τους.
Επέμενε ο κύριος Ηρακλής.
«βάζουμε την πρώτη και μαλακά αφήνουμε το αμπραγιάζ δίνοντας γκαζάκι… ναι?»
«Αυτό κάνω.. « επέμενε ο οδηγός.
Ακούστηκε πάλι το γκάζι να δυναμώνει. Πιο πολύ, ακόμα πιο πολύ. Τα φώτα μπροστά έδειχναν δυο γραμμές της σκόνης να μοιάζουν με τροχιοδεικτικά μέσα στο σκοτάδι αλλά το αμάξι δεν ξεκολλούσε απ την θέση του.
Έπεσαν πάλι οι στροφές. Άλλη μια προσπάθεια μετά.
«.. δεν μπορεί.. μα γιατί τώρα?»
Η μηχανή του Οπελ βρυχήθηκε. Κάτι πήγε να κινηθεί προς τα εμπρός αλλά με τράνταγμα και κρότο όλα ηρέμησαν ξανά. Έμειναν τα φώτα αναμμένα και τα «πικρά» σχόλια του πατέρα μου και του νονού μου.
Μουρμούριζε μέσα απ τα μουστάκια του περιπαικτικά αλλά χαμηλόφωνα..
« έλα Ταρζάν… δώσε άλλη μια»
Ο κάθιδρος κύριος Τριανταφυλλακης επανέλαβε την διαδικασία παραγωγής σκόνης, θορύβου και τρανταγμάτων αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να ξεκινήσει.
Άνοιξαν οι πόρτες.
Μύριζε σκόνη και κάτι καμένο.
Βγήκαν οι άντρες να δουν .. να σπρώξουν.. κάτι να κάνουν.
Μόνο ο νονός μου ανασήκωνε τα ήδη γυρισμένα μανίκια του κοντομάνικου και κλείνοντας το μάτι στον πατέρα μου έλεγε… «έλα Ταρζάν… πάμε Ταρζάν..»
Αποφάσισαν να πάνε πίσω να το σπρώξουν με τα χέρια.
Και εκεί ανακάλυψαν την αιτία της στασιμότητας του «Ταρζάν»
«Μι Τάρζαν γιου Τζέην» είπε ο νονός μου γελώντας.
Ο πανέμορφος γυαλιστερός αγαπημένος μου προφυλακτήρας είχε «μπλεχτεί» με τον αντίστοιχο ενός άλλου αυτοκινήτου που ήταν πίσω μας.
Και ο κύριος Τριανταφυλλακης έσερνε στη προσπάθεια του εκτός από εμάς και το πίσω αυτοκίνητο προσπαθώντας να ξεκινήσει.
Οι δυο προφυλαχτήρες σφιχταγκαλιασμένοι και σκονισμένοι παρέμεναν λείοι αλλά ελαφρώς τσαλακωμένοι.
Πιασαν δουλειά τα μπράτσα να τους ξεμπλέξουν. Να απελευθερωθούν.
Κουνήθηκαν τα σώματα των αυτοκινήτων δεξιά αριστερά.
Η σκόνη κόλλησε στα μέτωπα. Παλάμες μουτζουρώθηκαν.
Το μαντήλι του κύριου Τριανταφυλλακη έσταζε πια σαν βρεγμένο από βροχή.
Γύρισε το κλειδί . Άνοιξαν τα παράθυρα.
Τα φώτα αναπηδούσαν σε πεζοδρόμια κι ανθρώπους.
Έστρεψα το βλέμμα μου προς τα πίσω. Μέσα απ το μικρό οβάλ παράθυρο πίσω απ τα καθίσματα είδα τα μπλε και κόκκινα παραλληλόγραμμα του «Σινε Εριέττα» να απομακρύνονται.
Απλώνονταν χαμογέλα μέσα στον «Ταρζάν» και μια ευωδιά από πευκοβελόνες.
Και εκείνη θα ήταν στο ταμείο.

Μπορεί να την έβλεπα, από το μικρό μου κρεβάτι στο μπαλκονάκι της κουζίνας μας, να κόβει εισιτήρια, να ταχτοποιεί τα καθίσματα, να κλείνει τα φώτα στο τέλος της προβολής.
Μπορεί να την είδα και κάποιες άλλες φορές, αφηρημένος μπροστά στον παραμορφωτικό, λείο και αστραφτερό προφυλακτήρα του "Ταρζάν" να με κοιτάζει από πίσω, όρθια, ντυμένη σε ολόλευκα, με απλωμένο το χέρι.
Είχε ένα όμορφο χαμόγελο και λυπημένα μάτια.
Μπορεί και να τα φαντάστηκα όλα αυτά.

ΚΑΡΑΜΕΛΕΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ


Χαμογελούσε  η μάνα μου στο τραπέζι.
«Α.. ξέχασα. Το απόγευμα θα έρθει ο θειος μου ο Κώστας.»
 « Επίσκεψη!» 
Στους άλλους βγήκε μια απορία  στα ξαφνικά.  Σίγησαν τα πιρούνια.  Ξεχάστηκαν κάτι λαδομπούκια να μουλιάζουν στη σαλάτα.
« Μπα.. πότε εμφανίστηκε αυτός?» .
« Ήρθε απ την Γερμανία για λίγες μέρες και θα έρθει να μας δει.!»
Καμάρωνε η μάνα μας με τον ερχομό του θειου της!. Πάντα καμάρωνε με τους δικούς της ανθρώπους και το έδειχνε.
Μικρή παύση μέχρι να βγει το καυστικό σχόλιο του πατέρα μου 
«.. λες να σου φέρει και καμιά φρέσκια νιβέα?»

Απόγευμα.   Μπάλα στις πέτρες. Τα κορίτσια χτένιζαν κάτι ξεμαλλιάρες κούκλες.
Οι μανάδες είχαν βγάλει τις ποδιές.
Πατεράδες μιλούσαν για πολιτική και μεροκάματα.
Έφυγε μια μπαλιά κατά την κατηφόρα. Πανικός να την προλάβουμε. Έτρεξα  αλαφιασμένος να σώσω το μέλλον του αθλήματος κυνηγώντας την. Λίγο ακόμα και την προλάβαινα.
Ένα καλογυαλισμένο καφέ παπούτσι την είχε μόλις σταματήσει.
Σήκωσα το κεφάλι να δω ποιος ήταν.
Κοντά ψαρά μαλλιά. Καλοξυρισμένος. Χαμόγελο απροσδιόριστα  γνώριμο. Μάτια που έδειχνε να μιλούν πιο δυνατά απ το στόμα.
Καφέ κουστούμι. Καφέ παπούτσια. Γυάλιζαν!  Λαμποκοπούσαν!.
«πως μεγάλωσες έτσι ανιψιέ !» Μόλις  που το άκουσα.
Χαμηλών τόνων η φωνή.
«.. σε περιμένουν θειε» είπα αμήχανα και έδειξα πίσω προς το σπίτι.
Χαμογέλασε, μου χάιδεψε λίγο το κεφάλι, έκανε μια κίνηση σαν να έσπαγε λίγο την μέση του, χώνοντας το χέρι  στη δεξιά τσέπη του παντελονιού.
Το τράβηξε έξω και μου έδωσε κάτι. Κάποιο νόμισμα βάρυνε την παλάμη μου.
«.. πάρε αυτά. Να πάρεις ότι θες». Και ξεκίνησε αγέρωχος προς το σπίτι .
Έτριζε το καφέ παπούτσι. Κάθε  βήμα και τρίξιμο. Σαν τόνος σε παρέλαση.
Τον είδα να απομακρύνεται. Άνοιξα την παλάμη μου.
Είδα το κέρμα. Δυο κάτι σαν γίγαντες, με ρόπαλα στα χέρια ακουμπούσαν πάνω σ’ ένα σταυρό κι ένα στέμμα. Και κάτω ένα τεράστιο πέντε.
Έδωσα μια στη μπάλα. Να πάει στα παιδιά που περίμεναν. Εγώ είχα άλλα σχέδια με πέντε δραχμές στη παλάμη.
Με πέντε δικές μου δραχμές!.

Μπήκα φουριόζος μέσα στο μπακάλικο της γειτονιάς, με το τάλιρο στο χέρι.
Πέρασα ανάμεσα απ τα μισοδιπλωμένα σακιά με χύμα  φακές φασόλια, ρύζια και κάρφωσα το βλέμμα σ’ ένα μεταλλικό κουτί με καραμέλες πολύχρωμες. Γυάλιζαν  μέσα στα σελοφάν.
«πέντε δραχμές καραμέλες κυρ Γιώργο!» είπα
«πέντε δραχμές? Δεν είναι  πολλές?» αναρωτήθηκε με έκπληξη τινάζοντας τα χέρια του πάνω στην άσπρη ποδιά.
Επέμενα. Ναι πέντε δραχμές. Και του έδωσα το τάλιρο. Είχα ένα τάλιρο ενθουσιασμό που θα τον αντάλλασα με καραμέλες.
Πήρε ένα φύλλο εφημερίδας και σχημάτισε ένα τεράστιο χωνί.
Συνέχιζε να έχει μια απορία στο πρόσωπό του.
Μέτρησε 50 καραμέλες, μια μια ,τσαλάκωσε  το χωνί στη κορφή να κλείσει και μου το έδωσε.
Είχε γεμίσει η αγκαλιά μου με το χωνί. Βρέθηκα στο δρόμο. Άνοιξα το πάνω μέρος και πήρα την πρώτη. Την ξεδίπλωσα κρατώντας  μια άκρη με τα δόντια μου και τραβώντας με τα δάχτυλα απ την άλλη. Με μάγευε ο ήχος του λεπτού διάφανου σελοφάν που άνοιγε ξεκολλώντας απ’ το σώμα της κίτρινης  καραμέλας. Την κράτησα ανάμεσα στα δάχτυλα μου. Το σώμα της έμοιαζε με κρυστάλλους σε αδαμαντωρυχείο. Μύριζε κάτι σαν πορτοκαλεώνες στο Άργος. Σαν αγρός σε ανοιξιάτικη έξαρση χρωμάτων και αισθήσεων.
Πρέπει να έκλεινα τα μάτια, για να περάσει απ τον ουρανίσκο μου χωρίς καμιά παρεμβολή, όλη η φαντασμαγορία της γεύσης και της όσφρησης και να φτάσει μέχρι το τελευταίο σημείο του εγκεφάλου μου. Την έκλεινα ανάμεσα στα δόντια και στο μάγουλο  και περίμενα μέχρι να νοιώσω κάτι τρομακτικό να την λούζει και να ξεχειλίζει από μέσα της, προσπαθώντας να γεμίσει όλη  την στοματική μου  κοιλότητα. Άκουγα να κτυπάει στα δόντια  περνώντας ανάμεσα τους και η γλώσσα να την αναποδογυρίζει κλέβοντας κάθε φορά κάτι απ το σώμα της.  Κι εκεί, ξαφνικά, απροειδοποίητα, άρχιζε απ το μάγουλο μια ανατριχίλα, που απλωνόταν στο έξω μέρος του λαιμού , έφτανε στον ώμο μου και περνούσε στο μπράτσο σηκώνοντας κάθε δείγμα τρίχας που εύρισκε στο δρόμο της.
Πρέπει να μου έτρεχαν τα σάλια.  Πρέπει να είχα χάσει ελαφρώς την αίσθηση του χρόνου πλησιάζοντας προς το σπίτι.
Κατάπινα την γλυκιά ευχαρίστηση της καραμέλας και παράτεινα την ζωή της στο στόμα μου χωρίς να την σπάω με τα δόντια. Απλά την άφηνα να λειώνει και να γεμίζει το στόμα μου με χρωματιστά σάλια.  Και πάλι απ την αρχή.
Νομίζω ότι εκείνο το απόγευμα δεν σκόνταψα σε καμία πέτρα. Καμιά δεν κλώτσησα άσκοπα. Τα πόδια μου βάδιζαν μόνα τους. Σαν προγραμματισμένα. Καθηλωμένα κι αυτά  απ την παραζάλη της γλυκιάς, παρατεταμένης γεύσης. Το σώμα μου δεν άκουγε τον έξω κόσμο,  παραδομένο σε όσα συνέβαιναν μέσα μου. Από το στόμα μέχρι το στομάχι, όποια αισθητήρια έχει προνοήσει ο ανθρώπινος οργανισμός, όποιες απολήξεις νεύρων, χιλιάδες, η ακόμα και εκατοντάδες η και εκατομμύρια κι αν υπάρχουν, ζούσαν μαζί μου το λιώσιμο της καραμέλας. Αυτή έλιωνε κι εγώ πλησίαζα στο σπίτι.
Στη βεράντα όλοι μαζεμένοι  μιλούσαν. Ο θειος  είχε την τιμητική του. Ιστορίες της ξενιτιάς.  Οδηγός ταξί στη Φρανκφούρτη.
Το  βλέμμα της μάνας μου με επανέφερε απροσδόκητα . Είχε κάτι μεταξύ αγριάδας και χαμόγελου. Σαν να είχε γυρίσει ανάποδα. Αγριάδα για μένα, με το χωνί αγκαλιά και προσποιητής χαράς, λόγω θειου.
Μου έκανε νόημα με τα μάτια της. Κάτι σαν «έλα μέσα να σου πω».
Είχε μαζέψει τον δείκτη του δεξιού της χεριού και τον δάγκωνε. Τον δάγκωνε και τον κουνούσε λες και είχε κολλήσει ανάμεσα στα δόντια της. Κρυμμένη επιμελώς πίσω απ τους «επισκέπτες» κοιτούσε με έντονα μάτια την εφημερίδα-χωνί, που είχα αγκαλιά.
Μόλις είχα πάρει το μήνυμα.
Κόπηκε η χαρά της στοματικής μου κοιλότητας. Καταπραϋνθήκαν οι νευρικές απολήξεις του οισοφάγου μου και κάποιες άλλες, αυτές της προϊδέασης των κακών μαντάτων, σήκωναν τώρα τις μικρές  τρίχες στα μπράτσα μου κι άνοιγαν τους κρουνούς κάποιου κρύου ιδρώτα στο μέτωπο μου…
Μπήκα μέσα στη κουζίνα με τα μάτια στο πάτωμα. Με έπιασε απ τα αυτί.
- τι ειν αυτά?
- Καραμέλες.
- που τα βρήκες τα λεφτά?
- ο θειος,  μου έδωσε ένα τάλιρο και είπα…
- Τάλιρο?? Ολόκληρο τάλιρο?
- ε ναι. Υπάρχει και μισό?
Είχε κοκκινίσει το πρόσωπο της. Άφησε το αυτί μου. Το ένοιωθα ακόμα ζεστό και πιεσμένο.
- Εμπρός.. Πίσω στον κυρ Γιώργο τώρα!. Να επιστρέψεις τις καραμέλες και να πάρεις το τάλιρο. Ολόκληρο. Ακούς εκεί ένα ολόκληρο τάλιρο καραμέλες…
Μικρή σιωπή οπού ένοιωθα τα μάτια μου, να μην χωρούν στις κόγχες τους.
- Μα έφαγα μια…
- Έφαγες ξεφαγες, πήγαινε τες πίσω και φέρε το τάλιρο, να μην φας κι από μένα παρά μια τεσσαράκοντες. Εμπρός ξεκίνα.
- μα πώς να το κάνω αυτό?… αφού έφαγα μια λέω
Κλαψούριζα να αποφύγω το αδύνατον
Δάγκωσε πάλι τον μαζεμένο δείχτη της.
- θα το κανείς όπως ξέρεις. Εμπρός . Τσακίσου να φέρεις πίσω το τάλιρο…. Ακούς εκεί ένα τάλιρο καραμέλες ο χουβαρντάς!.. μια βδομάδα θα περνούσαμε.
Μονολογούσε ψιθυριστά  αλλά τα λόγια της σφύριζαν πίσω μου.
Με κατεβασμένο κεφάλι πέρασα απ την βεράντα αποφεύγοντας τις ματιές των άλλων,  παίρνοντας τον δρόμο για το μπακάλικο.
Ένοιωθα  άχαρα  με την εφημερίδα χωνί στην αγκαλιά και κείνα τα λιγνά ποδάρια με τα λερωμένα παπούτσια. Ένοιωθα τα βλέμματα όλων καρφωμένα στη πλάτη μου καθώς απομακρυνόμουν.
Έμοιαζε με μια μικρή συνομωσία. Σαν όλοι να  ήξεραν. Να ήξεραν την αξία του τάλιρου. Έκτος από μένα.
Με πείραζε αυτή η σκέψη, αλλά μέσα μου την ανέτρεπα. Τουλάχιστον εγώ για καμιά εκατοστή ανέμελα βήματα είχα νοιώσει  το Αργος και την Άρτα να είχαν ενωθεί σε μια απέραντη πεδιάδα πορτοκαλιών και η ζάχαρη να έπεφτε από ψηλά σαν ποτιστικό.
Βέβαια έμενε και αυτή η μαγκούφα η αίσθηση της απόλυτης ντροπής να πρέπει να επιστραφούν καραμέλες και τάλιρο.
Βγήκα στο δρόμο με το βαρύ κέρμα στη τσέπη και την ντροπή στα χνώτα μου. Της ντροπής που ανακάτωνε το στομάχι μου και το μυαλό μου. Και τα μάτια στο δρόμο, χαμηλά.

Χρόνια μετά,  κάτω από έναν προβολέα και στόμα ανοιχτό , γεμάτο με μικρούς απορροφητικούς βόλους βάμβακος και σωληνάκια αναρρόφησης,  ακούω τον ειδικό με την άσπρη ποδιά, και τα τεράστια διάφανα γυαλιά,  να μιλά παραμορφωμένα μέσα απ την μάσκα του, κρατώντας απειλητικά,  στιλπνά  οδοντιατρικά σύνεργα,  σε απόσταση αναπνοής απ το πρόσωπό μου.
- … Γερά δόντια!… δεν έτρωγες καραμέλες μικρός?
Ένας τροχός-βούρτσα  άρχισε, τσιρίζοντας επίμονα,  να γυαλίζει το μυαλό μου. Αδυνατούσα να του εξηγήσω την ιστορία με την καραμέλα. Με τόσα μεταλλικά εργαλεία μέσα στο ανοιχτό μου στόμα ήταν αδύνατον να μιλήσω. Αναρωτήθηκα  όμως τι σχέση μπορεί να έχουν, ένα τάλιρο ντροπή και μια εφημερίδα χωνί γεμάτη καραμέλες, καμιά σαρανταριά χρόνια αργότερα.
Και δεν μπορούσα να χαμογελάσω.



Μοναχική Πρωτοχρονιά

Θα δείξουν τα μοναχικά ρολόγια, ακριβώς δώδεκα.
Μερικά λεπτά αργότερα μέσα στην γλυκεία νοσταλγία όσων πέρασαν, λέω να βγούμε στο μπαλκόνι. Μόνοι μας. Αμίλητοι.
Σαν να βλέπουμε το μέλλον πίσω απ το τεράστιο φεγγάρι
Ο, τι σκεφτούμε εκείνη την στιγμή, θα γίνει εικόνες στο μυαλό μας.
Εικόνες πασπαλισμένες με χρυσαλιφούρφουρα διαρκείας.
Και οι άλλοι γύρω μας θα δίνουν φιλιά μ’ ευχές και πολύχρωμα πυροτεχνήματα, θα ζωγραφίζουν τον ουρανό.
Λευκά, κόκκινα, μπλε, ασημί… σαν πολύχρωμα χείλη χαμογελαστών γυναικών.
Και θα ξεκινά ένας ακόμα χρόνος.
Χαμογέλα μικρή…
Η ζωή τελειώνει σε κάποιο πολύ μακρινό αστέρι.
Χωρίς να ρωτά το πότε και το πως.
Έλα, χαμογέλα…
Μ’ ακούς?
Μα που είσαι μικρή μου ?
Γιατί δεν απαντάς?



Σαράντα κουπιά



Μόνος στη πλώρη αναλογιζόταν όσα είχε περάσει στο νησί του Μίνωα.

Νέοι φίλοι παλαιοί εχθροί. Περασμένα ξεχασμένα. Και τις ρακές εν αφθονία τις είχαν πιει γύρω από τεράστιες φωτιές και αντικριστά κρέατα είχαν περιδρομιάσει και η Αριάδνη το’ χε το παίξιμο στο κουβαράκι της και ο Μινώταυρος μια χαρά ήξερε να απαγγέλλει παθιασμένα και μ’ ανατολίτικη τονικότητα τον Ερωτόκριτο.

Φυσικά η ειρήνη είχε κλειστεί δια παντός ανάμεσα σε ιδρωμένες αγκαλιές και φιλιά από νεαρά ημίγυμνα αγόρια και κορίτσια. Η επόμενη ημέρα περιελάμβανε ελαφρά ρακόμελα, πακετάρισμα δώρων, μαντίλια πνέοντα στην θαλάσσια αύρα, ερωτικά δάκρυα, εναγκαλισμοί και αναχώρηση για Αθήνα.
Ακτοπλοϊκώς .
Χαρμόσυνα τα μαντάτα.
Ο Αίολος υπήρξε γενναιόδωρα ούριος με τον Θησέα.
Σαράντα κουπιά κρατούσαν πορεία προς το Σούνιο.

Γύρισε ξαφνικά αλαφιασμένος.
Ρε σεις… το πανί γαμώ σας. Το Πανί…





Προσγείωση.



Σε αρμένιζε μια κούραση στα μάτια και στη φωνή. Έφτανε μέχρι το πιο βαθύ μέσα σου κι επέστρεφε άτονα σαν ξεφτισμένη ανάσα στα αυτιά μου.

Έξω οι αστραπές χαράκωναν τα γυμνά δέντρα και τα όνειρα.

Οι Θεοί έπαιζαν με βεγγαλικά και μουσικές .

Ο ουρανός ένα τεράστιο καλειδοσκόπιο μέσα σε αθέατες συστάδες νεφών με ανταύγειες και εκρήξεις χρωμάτων, λανθάνοντος υπόλευκου , λευκόχρυσου, μωβ και λουλακί.

Έσυρα τα βήματά μου σε κήπο ολάνθιστο.

Νυχτερινή συνάντηση με κάποιες στάλες βροχής.

Άνθιζαν ήρεμα τα γιασεμιά σε ολόλευκο άρωμα, απλωμένο στο σκοτάδι της μικρής καταιγίδας ανακατωμένα με ήχους από μακρινά τραγούδια μιας γιορτής κάπου μακριά. « ειμ’ αετός χωρίς φτερά…»

Αναλογίστηκα τα κομμένα φτερά του.

Την επίγεια πίκρα του.

Την αετίσια μοναξιά του.

Περπάτα τώρα…





Εκδρομή μέσα μας.


Ήταν μια παρεξηγημένη εκδρομή.
Μια ενοχή αναζητούσε διέξοδο ανάμεσα στα μαύρα σου μάτια και στις βαθιές ανάσες της ανένδοτης καθημερινότητας. Μια εκδρομή μέσα μας.
Ας είχε μόνο βουνό και θάλασσα. Ας είχε πεύκα και αμμουδιά. Ένα μέτρημα των κυμάτων που χάνονταν μετά το φιλί τους στα βότσαλα.
Μια εκδρομή να φύγει η ψυχή ψηλά σαν γεράκι άγριο που θέλει να χαρεί το πέταγμά του.
Που ζωντανεύει την κρυφή διάσταση της απόστασης. Που την φανερώνει σαν εύπλαστος πρωινός Ήλιος, ξημερώνοντας κατακαλόκαιρο.
Σαν φως ατίθασο στον γυμνό βράχο που κανακεύει τον αφρό της θάλασσας.
Αυτό που ζω εδώ αυτόν τον καιρό μπορείς να το πεις και κόλαση. Αν όμως τελειώσει ποτέ, μας χρωστάμε μια εκδρομή.
Αν τελειώσει ποτέ.. και αν το θες ακόμα…






ΧΟΡΟΣ ΣΤΗ ΠΛΑΤΕΙΑ (Παραλλαγή)

Έφυγαν οι λέξεις απ το στόμα σου κι έπεσαν πάνω μου με φόρα.
Πώς να αντισταθώ στη νύχτα.
Αστέρια σαν καρφίτσες στα σύννεφα και στην άκρη της γλώσσας μου.
Με χτυπούσε μια βροχή κατακούτελα.
Καυτό λάδι η ανάσα σου.
Τα έργα και οι ήμερες μου, πλήγωναν τους λεπτοδείκτες στο ρολόι της άδειας πλατείας.
Είπες «συγγνώμη... δεν είμαι εγώ.»
Αμήχανη παύση. «Λοιπόν ας χορέψουμε τώρα…»
Το κεφάλι βυθίστηκε στον ώμο μου.
Χορεύουμε.
Τέσσερα δάκρυα λούζουν τα σωθικά μου.
Τέσσερα μάτια κλειστά.
Τέσσερα κοφτά βήματα στο πλακόστρωτο της νύχτας.
Είναι οι κύκλοι της ζωής που μας ζαλίζουν. Η εναλλαγή.
Ο απρόσμενος θάνατος.
Φωτογραφία στο φεγγάρι.
Κοριτσάκι με χρυσαφένιες πλεξούδες να χαμογελά στον άνεμο,
χοροπηδώντας στα όνειρα μας.
Έπαιζε ένα βαλς μέχρι το χάραμα.






Ένα λουλούδι στα μαλλιά

Βλέπω ξαφνικά το υπέροχο σκίτσο, μια σπανιόλα να κάθεται πάνω στις γραμμές ενός τρένου, κοντά σε μια θάλασσα και να αρμενίζει ένα μικρό πειρατικό ... φέρνω το βλέμμα μου προς τα δεξιά και διαβάζω. «Λογοτεχνικός διαγωνισμός».
Ωραία λέω. Ενδιαφέρον.
Συνεχίζω.
«οι υπερβολές ξεκίνησαν».
Ενθουσιάζομαι. Ονειρεύομαι την υπερβολή. Πετάω την σκούφια μου για την υπερβολή. Η υπερβολή αλλάζει τα πάντα.
Σκέφτομαι.
Μήπως δεν είναι γραμμές από τρένο?.
Η σπανιόλα δεν μπορεί να κάθεται σε γραμμές…
Δεν δείχνει απογοητευμένη. Έχει ένα λουλούδι στα μαλλιά, σαν φωτιά στη σκέψη. Μάλλον κάθεται σε μια σχεδία, μόνη μέσα στη θάλασσα. Ολομόναχη στο πέλαγος. Αλλά κρατεί και ένα χάρτινο καραβάκι. Κρατάει μια ελπίδα δεμένη δυνατά με την ζεστή φωτιά του μυαλού της.
Δεμένη η ελπίδα στη σχεδία.





Γυναίκα στη Μάνη.

Ήρεμα και άγρια σαν μια θάλασσα σε σκέφτομαι.
Φως  ασημοκέντητο στα γαμψά γυρίσματα
των μακρινών κυμάτων.
Κι εσύ φεγγοβολάς μέσα στο αστρικό σου θάμπος
Πανσέληνος σε πάθος νυκτόβιο.

Να καίω επάνω μου τα χιλιάδες κεριά σου.
Άηχα νετρόνια,  διαπερνόντα  το σώμα μου.
Ατίθασα άλογα και απαλό χορτάρι,
σε πλαγιές θαλασσόλουστες.
Ανέπαφα  τα χαϊδεύει η οδύνη των μικρών ανέμων.
Σαν το χάδι των ματιών σου.
Σαν τον νεφεληγερέτη λαιμό σου.

Ήφαιστος θερμοδότης.
ψυχή αναβράζουσα.
Αστράφτει στο Λιμένι
η πέτρα της Μάνης.
Στιλπνή.
Ζεσταίνει  όνειρα  εχέδωρα.
Τρυφερά αμύγδαλα το στήθος σου.
Τα κρατώ στο στόμα να μεγαλώσουν
Να στάξουν  μέσα μου εσένα.
Ελέω. Έλαιον.
Να βραχνιάζει η φωνή μου, το μέσα σου.
Περισπωμένη καλύπτουσα  σώματα.
Οροφή νεφών.
Βροχή απαστράπτουσα.
Οϊμέ…
Να γεμίζω το στόμα σου με την ανάσα της γης
Πολυαγαπημένη μου υστερόχρονη.
Ω γυναίκα. Ω πολυπόθητη.






ΑΡΜΕΝΙΣΜΑ



Μεγάλωνε σ ένα χωριό πάνω απ τα ερείπια της αρχαίας Ολυμπίας. Μέσα στα πεύκα και στο σαθρό χώμα που ο Αλφειός κάθε τόσο τραβούσε προς την θάλασσα.

Μεγαλύτερος από όλα τα αδέρφια , πελάγωνε ανάμεσα στα χωράφια και στο σχολείο. Με ζόρι τα μαθήματα, ζόρι και στη ζωή. Είχε όμως ένα χαμόγελο πονηρό στη φάτσα του κι ένα πνεύμα ανεξάρτητο, ξεχείλιζε απ τα μάτια του. Πειραχτήρι στη ψυχή. Πειραχτήρι στα λόγια. Αδέσμευτη καρδιά, σουλατσαδόρισσα. Το φευγιό μέσα του.

Σαν αδέσποτο σκυλί, τους χειμώνες στα απάγκια και τα καλοκαίρια στις δροσερές κληματαριές. Με τη γλώσσα να κρέμεται σαλιώνοντας το ξερό χώμα.

Τέλειωσε το γυμνάσιο μένοντας σε κάποιο οικοτροφείο της μητρόπολης. Κλάφτηκε η μάνα κάποια μέρα στον δέσποτα να το πάρει το παιδί να δώσει ο Κύριος μπας και προκόψει αυτός.

«Αυτός να προκόψει, να μάθει πέντε αράδες γράμματα να ξεστραβωθεί άγιε μου Δέσποτα…»

Μπήκε ένα Σεπτέμβρη στο ίδρυμα. Δυο βρακιά δυο κάλτσες. Ένα μπαλωμένο παντελόνι. Τσούρμο η φτώχεια. Μαζεμένη απ τα χωριά, έβρισκε τροφή και στέγη εκεί. Κι ένας γέροντας να φροντίζει από τον όρθρο μέχρι το απόδειπνο για όλα. Καλά και χριστιανικά.

Κοιτούσε ο Κώστας το τσούρμο με κατεβασμένο το κεφάλι και τα μάτια καρφωμένα μπροστά, καχύποπτα, υποψιασμένα, να φυλάξει τα νώτα του.

Δεν ήξερε και κανέναν. Μόνο τα χωριά τους γνώριζε. Όλα τα είχε γυρισμένα με μια παλιοφλορέττα που έκλεβε τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια απ τον πατέρα του. Κατηφόριζε κατά τις θάλασσες με δανικές βενζίνες και γλυμμένο μαλλί, κολλημένο στο μέτωπο. Μια χτένα στη κωλότσεπη να το πατικώνει στο καθρεφτάκι της μηχανής όταν έχανε την φόρμα του. Άπλωνε το χαμόγελο του ξέγνοιαστου ερωτιάρη αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις άδειες τσέπες του και χαζολογούσε μπικινάκια στις αμμουδιές.

Όταν τέλειωσε απ την κλεισούρα του «ευαγούς ιδρύματος» ήταν ένας Ιούλιος που μύριζε μπαρούτη. Είχε το απολυτήριο στη τσέπη και την έγνοια του στρατού. Άκουγε κάτι για πόλεμο στη Κύπρο. Για σκοτωμούς και μάχες. Σκιάχτηκε. Του έβαλαν μια ιδέα για εμποροπλοιάρχων. «Δυνατό χαρτί» του έλεγαν. Γνωστοί κι άγνωστοι. «με την στολή αγόρι μου θα πουλάς μούρη στα κοριτσόπουλα» Κι αυτός - πονηρόφατσα-έστρωνε την γλυμμένη χωρίστρα να πέφτει μέχρι την άκρη του ματιού, έχωσε την χτένα πάλι στη κωλότσεπη και έδωσε στην εμποροπλοιάρχων.

Του πήγαινε το άσπρο του Κώστα. Του έδινε όσο μπόι του έλειπε. Του ξάσπριζε λίγο και την μαυρίλα της μούρης του.

Ένοιωθε σαν να έχει ψηλώσει. Είχε αλλάξει περιτύλιγμα. Άλλες συναναστροφές άλλο επίπεδο. Περασμένα ξεχασμένα τα οικοτροφεία και η φτώχεια. Έστελνε κάτι λίγα λεφτά στο σπίτι και χαιρόταν η μάνα του που πρόκοβε. Μαθήματα και ταξίδια, διάβασμα και ελεύθερες Κυριακές στα ζαχαροπλαστεία και στα γήπεδα. Χοροί τελειοφοίτων και κυρίες μικρές και μεγάλες με τουαλέτες και κοσμήματα. Πλοιοκτήτες και ναύαρχοι. Και οι κόρες τους βέβαια. Σε αστραφτερά φορέματα και χρυσίζοντα σιρίτια. Αγορές επωνύμων ρούχων στα Λονδίνα και διαμονές σε ακριβά ξενοδοχεία του κόσμου. Ιστορίες από φουρτούνες , μποφόρια και κρυφούς έρωτες σε μέρη εξωτικά. Κομπασμοί ανδρών. Φαντασιώσεις γυναικών. Ανδραγαθήματα στη μέση των ωκεανών. Κρυφές ματιές με νόημα. Μισόκλειστα μάτια και παραμυθιάσματα.

Κάποιο αστραφτερό και φεγγαρόλουστο βράδυ, που μια μπάντα έπαιζε βιεννέζικα βαλσάκια την είδε.

Κάπνιζε μόνος στο τεράστιο μπαλκόνι της σχολής με φόντο την ασημόσκονη στα κύματα. Το μυαλό του έστηνε σενάρια για μακρινά ταξίδια. Για μεγάλα καράβια και μεγάλες μακρινές θάλασσες.

Αυτή έψαχνε αμήχανα κάτι στον ουρανό

«Κώστας» είπε πλησιάζοντας. Αργογύριζε η προπέλα του.

«Έλενα». Ακούστηκε σαν να είχε μετρήσει όλα τ’ αστέρια κιόλας.

Κι έγινε μια μικρή έκρηξη μέσα του. Μια ζωογόνος δύναμη τον έστελνε σε κείνες τις μακρινές θάλασσες. Είχαν γίνει όλα ένα γαλάζιο. Μια ξανθή αμμουδιά τον Αύγουστο. Ένα μελτέμι χάιδευε τα πανιά για το άγνωστο.

Η κόρη του γνωστού πλοιοκτήτη εμπρός του. Μικροκαμωμένη, μετρημένα χαμογελαστή, απέναντι απ την λευκή του στολή. Στο ύψος του.

Κι άρχισαν τα κρυφά πέρα δώθε. Τα πήγαινε έλα. Τα σ’ αγαπώ μ’ αγαπάς. Και οι δυσκολίες. Ο μπαμπάς αδιάλλακτος. Η κόρη θα έπαιρνε «τζάκι». Όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου.

Οι παρακατιανοί δεν ήταν για την κόρη του εφοπλιστή. Τελεσίδικο.

Και έπεσαν απαγορεύσεις «απόπλου». Στερήσεις εξόδου. Λογύδρια ηθικής. Μιλημένες φίλες προσπάθησαν να την αποθαρρύνουν.

«όνειρο θερινής νυκτός ο χωριάτης για σένα» της έλεγαν.

«υποπλοίαρχος και αν» « και βλέπουμε αν…»

Αμετάπειστη αυτή. Κέρβερος ο Κώστας. Κάθε βράδυ με την παλιά ξεχαρβαλωμένη φλορέττα του πατέρα του έπαιρνε τον δρόμο απ τον Ασπρόπυργο για τα βόρεια προάστια. Έρως ανίκατε.

Είχαν πέσει και οι προειδοποιήσεις. Τα ραδιοτηλεγραφήματα.

Τα σήματα μορς.
«μακριά απ την κόρη μου.»

«μην τολμήσεις…»

Τα αγνοούσε όλα, όσο την κρατούσε τις νύχτες αγκαλιά. Όσο και κείνη καιγόταν μαζί του.

Τα σήματα αγρίευαν. Σαν το τρίξιμο της λαμαρίνας στο κύμα . Μύριζε τρικυμία σε στεριά.

« πάρε αυτά και εξαφανίσου απ την ζωή της…»

Κι αυτός συνέχιζε το ταξίδι με την φλορέτα. Καπετάνιος στην άσφαλτο με τελικό προορισμό ένα φιλί, μια αγκαλιά και λόγια… και όνειρα…

Προορισμός τα μάτια της. Και «Ος εν μαλακαίις παρειαίς νεανίδος εννυχεύεις». «Άμαχος γαρ …»

Άμαχος . Αδύναμος στην ορμή της εξουσίας και της παράκρουσης.

«Τελευταία προειδοποίηση. Δεν θα φέρω ευθύνη …»

Έβρεχε εκείνο το βράδυ. Μουσώνες στα δυτικά της Αττικής. Το αγνόησε προκλητικά. Δεν θα τον σταματούσε ο καιρός. Αδιανόητο να μην κάνει το αποψινό ταξίδι προς την αγάπη. Ας μούσκευε και το τελευταίο του κόκκαλο. Ας στράβωνε και το μαλλί. Ας έμοιαζε καρυδότσουφλο στους ανέμους.

Νύχτα και φώτα θαμπά στις σκοτεινές λωρίδες της ασφάλτου.

Η βροχή έκοβε την νύχτα σε φέτες. Χάραζε το λιγοστό φως του ερειπωμένου δίκυκλου. Αγέρωχος και μουσκεμένος σαν να έστεκε μονάχος στη γέφυρα. Χωρίς κιάλια. Χωρίς ασύρματο. Με θέρμη και νου ζωντανό.

Στο βάθος του ορίζοντα το πρόσωπο της. Στενοχωρημένο απ τις δυσκολίες. Φοβισμένο απ τις απειλές. Τρομαγμένο. Τον περίμενε όμως.

Κι ο Κώστας πάνω στη παμπάλαια φλορέτα αντιστεκόταν στους κανόνες της ισορροπίας και της τριβής.

Ένοιωσε κάποια φώτα να τον σαρώνουν. Κάποιος κινητήρας ανέβαζε στροφές με μανία πίσω του. Ένα μεγάλο μαύρο αμάξι έπλεε δίπλα του πετώντας νερά στα αμπάρια της φλορέττας.

Ξέμεινε λίγο πίσω του. Απόσταση βολής. Τον μετρούσαν . Χλιμίντρισαν μερικές δεκάδες άλογα με ορμή, κατά πάνω του.

Έχασε το τιμόνι και την πορεία του. Στραπατσαρίστηκε η ίσαλος. Μαγγιόρα και παταράτσα έγιναν μαστίγια, Σκότες τον έπνιγαν.

Μαΐστρες και φλόκοι τον κάλυψαν στην άκρη ενός βρώμικου κράσπεδου.

Υπόλευκοι σωρείτες τον ανέβαζαν αργά στον ουρανό.

Πέταγε πάνω απ το χωριό του κι ήταν πνιχτή η ζέστη. Είδε την αγαπημένη του να κρέμεται στον πλάτανο της άδειας πλατείας. Απέναντι, με μάτια ορθάνοικτα και στόμα οργής, η μάνα του.

Ο Αλφειός κυλούσε βαριεστημένα ανάμεσα από μυρτιές και αγριαγκινάρες. Πευκοβελόνες τρυπούσαν το σώμα του. Είδε πλοία αγκυροβολημένα να επιπλέουν στη σκοτεινή θάλασσα.

Άκουγε βαριές άγκυρες να ξεσέρνουν σε αβαθή νερά. Κροτάλιζαν μέσα στη νύχτα. Ολομόναχες. Αυστηρές. Αγέλαστες.

Έστρωσε το γλυμμένο μαλλί μέχρι το φρύδι ξανά, χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια.

Έγινε μια σιγή ξαφνικά. Σταμάτησε η βροχή κι έσκυψε πάνω του. Να τον σκεπάσει ο πολικός τρεμοπαίζοντας το λιγοστό φως του.

Να τρελαθούν οι πυξίδες. Και η κόρη που μάταια περίμενε εκείνο το βράδυ της βροχής.

Ατύχημα το είπαν. Τραγικό τροχαίο. Μπορεί και να ήταν. Μπορεί και όχι.

…Και είδα δυο γυναίκες να κλαίνε ήρεμα στα μνήματα. Με μαύρα μακριά φορέματα και τα χέρια σηκωμένα στους θεούς. Κρατώντας την άσπρη στολή με τα χρυσά σιρίτια. Στολισμένη με καρπούς του ρόδου.
Κατακόκκινους. 
 Κρατούσαν πικραμύγδαλα και ζωντανό λιβάνι. Δεν έκλαιγε το πρόσωπο τους. Η καρδιά τους σπάραζε. Αναφιλητά ανακατωμένα με τα κύματα στα πόδια του μοναστηριού.

Ανοιχτά στα Στροφάδια.
Εκεί στα ανοιχτά του Μυρτώου.
Στα στενά του Καφηρέα.
Στα στενά του Μαγγελάνου.
Μια αναπνοή απ την αγάπη.





Άγνωστος παραλήπτης

Άνοιγα το γράμμα σου εκεί, ανάμεσα στα άγρια βράχια και τα μουλιασμένα φύκια απ τον αφρό της χειμωνιάτικης θάλασσας.
Πλάτη στα ανταριασμένα κύματα και στα σφυρίγματα του άνεμου.
Προστάτης χειρογράφου.
Οι πρώτες λέξεις, πικρές, αλλοίωναν τα δακτυλικά μου αποτυπώματα.
Κι ο φάρος δίπλα μου, κάτασπρος, ψηλός, με το κρυστάλλινο καύκαλο στην κορυφή του, περιστρεφόταν αδιάφορος σε χρόνους και εποχές.
Αγέρωχος στην δύναμη του Ποσειδώνα.
Σταμάτησα να διαβάζω.
Άφησα το βλέμμα να αιωρηθεί στο μέλλον.
Δυσοίωνο.
Φτάνουν πια οι ζωές των άλλων γύρο μου. Με κούραζε αυτός ο ανελέητος, αποστειρωμένος μικρόκοσμος.
Σφραγίδα ταχυδρομείου. «Άγνωστος παραλήπτης».
Ας γερνούσα μόνος.





Χριστούγεννα 1964

Ίδρωνα κρυμμένος πίσω από τα καδρόνια του μισογκρεμισμένου τοίχου. Κρατούσα ένα colt εξάσφαιρο και με τεντωμένο βραχίονα σημάδευα αλαλάζοντες ινδιάνους. που μας κύκλωναν απειλητικά επάνω σε άγρια άλογα. Βέλη σφύριζαν δίπλα μου. Κοίταξα τον παιδικό μου φίλο στην άλλη άκρη του χαλάσματος. Έμοιαζε απογοητευμένος., εξασθενημένος. Άνιση η μάχη με πλήθος ινδιάνων που διαρκώς μεγάλωνε. Και εμείς μόνοι, χαμένοι κάπου στην άγρια δύση. Μου έκανε νόημα να κοιτάξω εκεί.
- Επάνω ρεεε!
Σταμάτησαν οι εκκωφαντικοί πυροβολισμοί, κόπασε το ποδοβολητό.
Εκεί!.. μου έδειχνε με την κάνη της ψεύτικης καραμπίνας
Σήκωσα το κεφάλι.

-…επιτέλους τελειώστε το παιχνίδι πια. Βιαστήκατε να ανοίξετε τα χριστουγεννιάτικα δώρα σας.
Μαζευτείτε… αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα.

Ένα χαμόγελο κρεμόταν απ το παράθυρο της μικρής κουζίνας.
Κοιταχτήκαμε.
Καλά Χριστούγεννα παλιέ μου φίλε.





Letztes Spiel

Μέσα στη μικρή περιοχή η μπάλα σε ακολουθούσε ερωμένη που κρεμιέται, παρακαλώντας για το μέλλον της σχέσης, κι εσύ κοιτάς εμπρός , διευρύνοντας την προοπτική προς τα άσπρα δοκάρια, που όλο μεγαλώνουν.
Καλπάζεις με σπασίματα κι αναβράζουσες, διαφραγματικές ανάσες, υπολογίζοντας την ταραχή του τερματοφύλακα.
Κλειδώνεις την αγωνία του, Γιώργο Ν.
Καλπάζεις αριστερά, Γιώργο Ν.
Κι έφυγε η βολή από το πονεμένο, μισοκατεστραμένο μεγάλο δάχτυλο.
Σαν να έτρεξε μια λάβα στη Πομπηία, στοιχειωμένη, ζεστή κι απρόσμενη, που τους άφησε για πάντα ευτυχείς κι ονειροπόλους. Βουή σεισμού που αιωρείται τσαχπίνικα πάνω από σπίτια, δρόμους και προδομένες συζυγικές κλίνες, τα απογεύματα της Κυριακής σε παγωμένα γερμανικά γήπεδα.
Κρατάς τα μαλλιά σου. Λυγίζεις τα γόνατα, κοιτώντας απεγνωσμένα ένα τυχαίο ταξιδιάρικο συννεφάκι στον ουρανό, Γιώργο Ν.

Γάτος μικρός.

Γάτος μικρός με μάτια πράσινα και σώμα λάστιχο, εμφανίζεται στα πόδια μου απρόσκλητος. 
Ουρά σπαθί, φωνή μωρού. 
Μεγαλώνει μαζί μου. Αγάπη, παιχνίδια και ύπνος. 
Ζωή χαρισάμενη σε αυλές και καναπέδες. 
Επιστρέφει κάποια μέρα κατηφής. 
Δυο μέρες ακίνητος. Άγαλμα. Σύγκρυο. 
Ανάσες βαριές και μάτια τρομαγμένα. 
Στόμα μισάνοιχτο, δύσκολες αναπνοές, μάτια ικετευτικά. 
Κάτι σαν βοήθεια στην γλώσσα των γάτων. 
Γιατροί , νοσοκόμοι, εξετάσεις , ακτινογραφίες. Κλάματα. 
Ο θάνατος σφήνωσε μια σφαίρα ανάμεσα καρδιά και διάφραγμα. 
Ο θάνατος είναι γείτονας που παίζει σφαίρες κομπολόι, προσμετρώντας στην ανυπαρξία του, θανάτους μικρών γάτων. 
Ο θάνατος μένει δίπλα μου. 
Τα πρωινά μου λέει χαμογελαστός, ενοχικές καλημέρες. 
Χθες, τα νύχια μου μεγάλωσαν ξαφνικά. 
Δυο σουβλεροί κυνόδοντες, προεξέχουν κυρτοί, στα χείλη μου. 
Και βλέπω πια, πολύ καλά στα σκοτεινά.