Ένα μισάνοιχτο παράθυρο να μην ξεχειλίσει έξω ελεύθερα ο φόβος σου.
Δυο μάτια που γυάλιζαν καθρεφτίζοντας τα κάτασπρα δόντια σου.
Ένα ουράνιο τόξο να δαγκώνει τον ψίθυρο των μικρών λέξεων που ανάσαιναν την ανάσα σου.
Δυο κρίκοι χρυσίζοντας στα περαστικά φώτα των βιαστικών οδηγών να τρεμοπαίζουν απ το βάρος των σκοτεινών πεύκων. Δυο παλάμες αγκάλιαζαν ορίζοντες που χαμήλωναν προσεκτικά πίσω απ το φθινόπωρο, να μην τρομάξουν τα αστέρια.
Μικρά φτερά που άνοιγαν σαν δικάταρτο σε άγνωστα νερά.
Δυο όνειρα που χαράχτηκαν απ τα κλειστά βλέφαρα όταν η απόδραση σαν σκιά, κρυβόταν στο συρματόπλεγμα παρελθόντων σεισμογενών χρόνων.
Μακρά φωνήεντα κύκλωναν κάστρα και πανοπλίες.
Το κλειδί που προσπάθησε να γυρίσει τον χρόνο ανάποδα καρφωνόταν στις ακτίνες της πανσελήνου.
Δυο προβολείς κι ένας Οκτώβριος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου