TOXOBO RADIO




                                                             Ο ΌΣΣΥ



Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να αναρωτηθώ αν αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα η αν ήταν απλά ένας επιθετικός προσδιορισμός.
Γεωγραφικός προσδιορισμός ενός ονόματος. Μιας καταγωγής. 
Πολλά χρόνια μετά, αυτό που ίσως τότε είχε περιορισμένη χρήση σαν λέξη, είχε γίνει πια καθομιλουμένη. 
Μετά την ένωση των Γερμανιών η λέξη οσσυς προσδιόριζε τους κατοίκους της πρώην ανατολικής Γερμανίας, ως παράγωγο της έννοιας OST, δηλαδή ανατολικά. 
Και φυσικά όλοι οι όσσυς, ονόμαζαν βέσσυς, όλους τους δυτικούς, ως παράγωγο της λέξης  WEST, δηλαδή  δυτικά.

Εγώ πάντως Οσσυ τον άκουγα και Όσσυ τον φώναζα όλα τα χρόνια της συναναστροφής μας μέσα στην τεράστια αποθήκη των εμπορευμάτων της αεροπορικής εταιρείας στο αεροδρόμιο του Βερολίνου.
Μια αποθήκη χωρισμένη σε νοητά δωμάτια γύρω γύρω στο συρμάτινο πλέγμα που την ξεχώριζε από άλλες εταιρίες. Γειτονικές. Δεν ήταν και πολλές. Μια γαλλική και μια εγγλέζικη. Και η δικιά μας η παν - αμ.
Πάνω στο πλέγμα υπήρχαν μικρά μπλε ταμπελάκια  με τις ονομασίες τον αεροδρομίων  που κάποια  εμπορεύματα έπρεπε να πάνε.
Αλλού η Φρανκφούρτη αλλού το Μόναχο η το Αμβούργο. Και εκεί μπροστά από το κάθε ταμπελάκι  μαζεμένα μικρά και μεγάλα εμποροκιβώτια με ένα μεγάλο αυτοκόλλητο επάνω που έλεγε τον αποστολέα τον παραλήπτη και τον τελικό προορισμό φυσικά.
Όλοι μαζί,  Γερμανοί και Έλληνες που δούλευαν εκεί, είχαν σκοπό την σωστή φόρτωση των σωστών εμπορευμάτων στο σωστό αεροσκάφος που θα έφευγε για τον επόμενο προορισμό του.
Μέσα σε όλους αυτούς και ο Όσσυ. Ένας Γερμανός καμιά 40αριά χρονών,  δυνατός στη δουλεία και στο ποτό. Ακόμα κι αν είχε την πρώτη πρωινή βάρδια. Όλοι ξεκινούσαν με κάποιο είδος πρωινού να αντέξουν στο κουβάλημα ξεκουβάλημα. Αλλά και στο κρύο. Έμπαζε εκεί μέσα.
Όταν το χιόνι έξω αραδιαζόταν στον ανοιχτό τόπο του αεροδρομίου  και ξάσπριζε εμπορεύματα αεροπλάνα κι ανθρώπους, ε τότε μια δύναμη απ ένα πρωινό ψωμάκι, πασαλειμμένο με βούτυρο και κάνα δυο φέτες σαλάμι από πάνω, το χρειαζόσουν. Ο Όσσυ το συνόδευε πάντα και με κάνα δυο μπυρίτσες.  Άντε τρεις.  Και το καμάρωνε κιόλας. 
"Πρωτεΐνες εσείς με τα ψωμάκια σας , πρωτεΐνες και γω με τις μπύρες μου", έλεγε. Καθαρά πράγματα. Βύνη λυκίσκος και κριθάρι. Φυσικά προϊόντα.
Και τα καλοκαίρια με την αποπνικτική ζέστη των τσιμεντένιων κτηρίων,  την υγρασία και την βαριά οσμή της κηροζίνης πάλι ο Όσσυ ξεδιψούσε με μερικά κρύα κουτάκια μπύρας.
Εμείς φοιτηταριό,  ψάχναμε μεροκάματα να μισογεμίσουμε καμιά τσέπη για τα καθημερινά έξοδα μας δεν μπαίναμε στη λογική του.
Το κρίναμε γενικά κι απρόσωπα.
Γερμανικά καμώματα και ιδιοτροπίες λέγαμε.

Χρόνια στο αεροδρόμιο ο Όσσυ. Ζούσε κι ανάπνεε εκεί. Σε όλες τις βάρδιες . Ό,τι πρόσταζε η δουλειά. Και πρωινά και βραδινά και μεσημεριανά. Αλλά τα κουτάκια της μπύρας είχαν μια καλή  θέση  μέσα στη τσάντα του, όταν  ερχόταν στη δουλειά.

Κάποιο Σαββάτο με κόντρα χιονιά έξω και πολλά μείον, έτυχε να είμαστε μαζί. Κουβάλησε μια πίκρα εκείνη την ημέρα. Την έφερε μαζί του στη τσάντα με τις μπύρες. Τον έκοβα να έχει παραδώσει όλες τις δυνάμεις του, στο πως θα ξεχάσει  όσα τον παίδευαν – οποία κι ήταν αυτά- με το να ανοίγει συνεχώς νέα μπύρα.
Του είπα, δεν είσαι  για πολλά πολλά σήμερα άστα θα τα κάνω εγώ. 
Κάθισε εσύ εδώ και μην το παρακάνεις με τις μπύρες μπας και φάμε κανένα κοντρόλ απ την διοίκηση κι έχεις μπελάδες.
Και κάθε που έσκαγε νέο αεροπλάνο πήγαινα εγώ και ξελάσπωνα τα λίγα σαββατιάτικα  εμπορεύματα. Μετά γύριζα πάλι στο δωματιάκι των εργαζομένων περιμένοντας το επόμενο στα ζεστά.

Ο Όσσυ είχε κοκκινίσει εμφανώς, τα μάτια του χάνονταν σε κάποιες μακρινές σκέψεις αλλά έδειξε κι ενδιαφέρον για κουβέντα ίσως από υποχρέωση που εγώ έτρεχα και για αυτόν.
«γονείς έχεις»? ήρθε η πρώτη ερώτηση εκεί που νόμιζα ότι δεν θα ακούμε,  παρά μόνο το κράτς απ το άνοιγμα της επόμενης μπύρας και το ξεφύλλισμα μιας κιτρινοφυλάδας στα κουτουρού…
«έχω!»
«… και του βλέπεις;. Τους συναντάς; »
«… ναι τους βλέπω.  Όποτε  πάω στη Ελλάδα βέβαια…»
«Τυχερός είσαι. Εγώ δεν τους βλέπω!»
Και κούνησε το κεφάλι δείχνοντας με κάποιο τρόπο μια κατεύθυνση προς την ανατολή. Σήκωσε και το χέρι με το κουτάκι της μπύρας να τρέμει για να επιβεβαιώσει την κατεύθυνση. Ανατολικά.
«έμειναν  πίσω,  από το 61  έχω να τους δω.. από το τείχος και μετά.»
Δεν ήξερα αν βούρκωνε η αν απλά είχε κοκκινίσει από την μπύρα.
Τσαλάκωσε το κουτάκι με την χερούκλα και το μάζεψε απ το τραπέζι για να είναι όλα «ζάουμπερ». «Καθαρά». 
Η αιώνιες αρετές των Γερμανών με την καθαριότητα δεν χάνονται ούτε και μετά από πολλά κουτάκια μπυροποσιας.
«... τους είδα ένα πρωί, πολύ πρωί,  αυγουστιάτικη μέρα, ζέστη και υγρασία παντού, να καβαλάνε κουλούρες από στρατιωτικά συρματοπλέγματα με καμιόνια. 
Τα πέταγαν δυο δυο, τρία τρία, σε κάποιες γωνίες των δρόμων και υποψιάστηκα περίπου τι συμβαίνει.
Όλοι το ξέραμε ότι κάτι ετοίμαζαν. 
Μετά μαζεύτηκαν εργάτες και στρατιώτες κι άρχισαν να κλείνουν περιοχές και δρόμους. Έτσι μπουλούκια έκλειναν τα πάντα, με φωνές κι επαναστατικά τραγούδια. Ποιος να τολμήσει να ρωτήσει. 
Κι αν ρωτούσε η απάντηση ήταν κλείνουμε την πόρτα στους προδότες του λαού μας.
Έβλεπα απ την άλλη μεριά να μαζεύονται άνθρωποι και να μένουν σαστισμένοι με όσα συνέβαιναν.  
Μας χώριζαν. Εγώ από εδώ και οι άλλοι πίσω απ το συρματόπλεγμα. 
Στον ίδιο δρόμο που περνούσαμε κάθε μέρα. 
Μας φώναζαν οι απέναντι… πηδήξτε το σύρμα  Ελάτε από δω …και μεις σαστισμένοι βλέπαμε τις κάνες των δικών μας φαντάρων να μας σημαδεύουν. 
Μην και τολμήσουμε.
Και οι χτίστες έστηναν τα σύρμα σε πασσάλους. Μια γραμμή από συρματόπλεγμα έκλεινε σιγά σιγά δρόμους, ανθρώπους  και κτήρια.
Ακούστηκαν λίγοι πυροβολισμοί μερικά στενά πιο κάτω. Λουφάξαμε. Έτρεξα σπίτι. Το και το. Μάνα, πατέρα  κάτι συμβαίνει! μας κλείνουν μέσα  τι θα κάνουμε;

Καμιά έκπληξη στα πρόσωπα τους. Σχεδόν το περίμεναν. 
Τσίτωσαν μάτια και χείλια. Μια βρισιά του πατέρα  στον αέρα κι ένα δάγκωμα στα χείλια της μάνας μου. Στάθηκε όρθια μπροστά μου και μου λέει..να φύγεις!.  
Να φύγεις,  μου λέει. Τρέχα βρες κάπου που να μπορείς και φύγε. 
Το περιμέναμε. 
Εσύ να σωθείς. Κάτι θα κάνουμε και εμείς.  
Εσύ να φύγεις όμως!.
Μου κόλλησε λίγα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα στο χέρι. Δυο ρούχα. Ένα κομμάτι ψωμί . Φύγε,  φώναζε φύγε, θα έρθουμε και εμείς κι μάζευε με το μανίκι της  μύξες και δάκρυα. Φύγε!. Πέρνα απέναντι.  Ούρλιαξε και με έσπρωξε. Πρόσεχε και θα βρεθούμε.
Κοντοστάθηκα.  Με έσπρωξε με μανία να φύγω. 
Έτρεξα μέσα στο πλήθος,  είχαν ξυπνήσει,  είχαν ακούσει. Ένας ποταμός τρελαμένων έτρεχε  προς κάθε δρόμο που πίστευε ότι μπορούσε ακόμα να περάσει. Κάποιοι ονόμαζαν δρόμους που ακόμα δεν είχαν κλείσει,  κάποιο άλλοι έλεγαν έξω απ την πόλη προς τα ανατολικά προάστια είναι πιο εύκολα. 

Η δαγκάνα έκλεινε σιγά σιγά.  Οι απέναντι σαστισμένοι με τα χέρια στο στόμα δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που συνέβαινε. Άγγιζαν τα συρματοπλέγματα άλλοι με κλάματα, άλλοι με κατάρες και φωνές.  

Και οι κομματικοί, οι από εδώ, οι «δικοί μας» με τραγούδια και χαμόγελα κι απειλές  άπλωναν μέτρο το μέτρο το συρματόπλεγμα κλείνοντας κάθε δίοδο. Σήκωναν πανό με σύμβολα και συνθήματα. Τραγουδούσαν και μας έζωναν. Έζωναν την εδαφική τους ακεραιότητα. Τον σοσιαλισμό. Τα ιδεώδη τους.»










Μονορούφι η μπύρα. Άσπρο πάτο τα λόγια του. Έκλαιγε πια.
Εγώ βουβός σαστισμένος κι εκστασιασμένος.  
Μου έσπρωξε ένα κουτάκι… το'πιασα.  Κρύο. Σαν την ανάσα μου  τα ακροδάχτυλα μου και το μυαλό μου.

Είχε όμως να βγάλει πολλά ακόμα. Δεν ρώτησα , δεν τον σταμάτησα.
« .. με το ψωμί στο χέρι κι ο ιδρώτας να στάζει έτρεχα κόντρα στο κόσμο ψάχνοντας να δω που θα έβρισκα ένα μέρος μπόσικο. Να είναι ακόμα ανοιχτό.. Τίποτα. Ακούω πίσω μου μια φωνή ενός φίλου να τρέχει με το ποδήλατο και να μου λέει …όχι προς την πύλη του Βρανδεμβούργου  όχι… είναι κλειστά από χθες αργά το βράδυ έλα  μαζί … Σαλτάρω στο ποδήλατο... φτάσαμε κατά το Νόι-κέλλν.
Παντού   καμιόνια του στρατού να ρίχνουν συρματοπλέγματα για τους εργάτες .
Λιγόστευε ο κόσμος αλλά όχι τα συρματοπλέγματα. Φτάσαμε  πίσω από ένα παρατημένο μισογκρεμισμένο κτίσμα. Πετάξαμε το ποδήλατο κι ορμήσαμε  στην άλλη πλευρά του δρόμου πάνω από πέτρες ξύλα και σπασμένα γυαλιά. Τοίχο τοίχο .
Δεξιά μας είχαν αρχίσει να απλώνουν συρματόπλεγμα.  
Γυρίζει ο Μάνφρεντ και μου λέει. "Η τώρα η ποτέ .. θα έρθεις;"  
Μπροστά μας  λίγα πεταμένα συρματοπλέγματα και μερικά τσιμεντένια μπλοκ έτοιμα για στήσιμο.  Κάποια είχαν ήδη στηθεί κλείνοντας την Χάρτζερστρασσε.  
Λίγοι φαντάροι κάπνιζαν. Έκλειναν το κομμάτι που ήταν ακόμα ανοιχτό,  γελούσαν και μιλούσαν με τους δυτικούς που είχαν  μαζευτεί  και εκεί με τα χέρια πίσω,  με απορία,  περιέργεια.
Θα μας ρίξουν άραγε αν το τολμήσουμε;.  Κοντοστάθηκα.  Πέρναγαν απ το μυαλό μου πολλά. Θυμόμουν την μάνα μου να με σπρώχνει… φύγε εσύ  φύγε… θα βρεθούμε μετά .. φύγε.
Λέγε θα έρθεις; Με ταρακούνησε το χέρι του Μάνφρεντ. Η τώρα η ποτέ! Εγώ πάω … και δίνει μια και αρχίζει να τρέχει δαιμονισμένα προς το άνοιγμα. Γυρίζουν οι φαντάροι με τις κάνες μπροστά φωνάζοντας  Σταμάτα. Θα ρίξουμε. Σταμάτα προδότη. 
Αέρας ο Μάνφρεντ  περνά ανάμεσα τους, δεν πρόλαβαν να καταλάβουν, πως με ένα πήδο, δρασκέλισε τα πεταμένα αγκαθωτά  συρματοπλέγματα και τα τσιμεντένια μπλοκ. Έπεσε μέσα στους δυτικούς που τον κάλυψαν με τα σώματα τους και τον τραβούσαν σαν σακί να τον κρύψουν.
.........................

Έτρεμαν τα πόδια μου.  Σκοτείνιασε γύρο μου. Άκουγα τα λόγια του. 
Η τώρα  η ποτέ. Πήρα μια ανάσα και όρμισα προς τους απασχολημένους φαντάρους και τεχνίτες. 
Τους άκουσα ξαφνιασμένους να φωνάζουν ξανά, σταμάτα. Ότι  θα ρίξουν.  Κάπου μακριά τους άκουγα. Σαν να ήταν μακριά μου, πολύ μακριά μου. 
Την καρδιά μου  άκουγα μόνο, να χτυπά στα αυτιά μου. 
Και μέσα μου, πολύ μέσα μου μια φωνούλα ψιθύριζε "σκατά στα μούτρα σας κωλόπαιδα"
Πήδηξα το σύρμα που ακόμα δεν είχε στηθεί. 
Βρέθηκα απέναντι ανάμεσα σε μια ομάδα ανθρώπων που δεν ήξερα. 
Και έμεινα εκεί...μπρούμυτα στο πλακόστρωτο.»












Άπλωσε τα χέρια του μπροστά στο τραπέζι όπως ήταν καθιστός . Παράλληλα. Έσκυψε  το κεφάλι μέχρι το τραπέζι ανάμεσα στα απλωμένα χέρια του. Είδα την πλάτη του να γεμίζει με μια ανάσα τεράστια που βγήκε σε λίγο σαν ένα βουητό μονομιάς, από το κρυμμένο στόμα. Σαν κατάρρευση μετά την προσευχή.

Μεγάλο Σάββατο εκείνο το Σάββατο για μένα. Η πικρή ιστορία του Όσσυ μέσα σε μια ανάσα και μερικές μπύρες.  Μια μικρή χρονική στιγμή σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία κρεμασμένη στα κάδρα της μνήμης του. Στο πετσί του. Ένα στεφάνι από συρματόπλεγμα.
..."Δεν τους ξαναείδε από τότε" ειπε και έμεινε ετσι με απλωμένα χέρια και κρυμένο πρόσωπο, πάνω στο τραπέζι.
Εξω χιόνιζε ατάραχα.

Το τείχος είχε πια ύψος περί τα τρία μέτρα. Μονομπλόκ τσιμεντένιο. Αδιαπέραστο από ανθρώπους.  Που και που κάποιες εξέδρες ξύλινες, σου έδιναν μια εικόνα του  «απέναντι».
Μια νεκρή ζώνη. Με οδοφράγματα και σύρματα.
Με αυτόματα πολυβολεία. Με νεκρά άδεια σπίτια που έτυχε να βρεθούν  κοντά στο συρματόπλεγμα και δεν μπόρεσαν να το δρασκελίσουν.  
Μόνο μέσα, αρκετά μέσα, διέκρινες μια ζωή να περνά, να ανασαίνει δήθεν αδιάφορα,  κάτω από τις ατέλειωτες φλαμουριές  που το άρωμα  τους είχε διακοπεί βίαια εκείνο το αυγουστιάτικο πρωινό του 1961.

Η μέρα ξεχάστηκε. Τα χιόνια έλειωσαν και το επόμενο καλοκαίρι έδειχνε να έχει βιασύνη κι ορμή. Η κουβέντα μας είχε λήξει εκείνο το Σαββάτο με το σχόλασμα της βάρδιας. Ο Όσσυ δούλευε και έπινε. Τον έβλεπα σπάνια. 
Μόνο αν τύχαινε να ταιριάξουν οι βάρδιες μας.
Κάποτε έμαθα ότι  έπεσε  από ένα μικρό όχημα μεταφοράς  εμπορευμάτων μέσα στην αποθήκη, χτύπησε, τον μάζεψαν αιμόφυρτο. Νοσοκομείο. Αποτοξίνωση και επιστροφή στη δουλειά, μετά από αναγκαστική άδεια.
Τον είδα ξανά μαυρισμένο και χωρίς ίχνος αλκοόλ στο αίμα και με καμάρι έδειχνε φωτογραφίες από την Ελλάδα. Διακοπές οικογενειακές. Γυναίκα και κόρη. 
Μπικίνια. Γυαλιά ηλίου. Ψαθάκια. Πέδιλα. Κύματα γαλάζια. Κρήτη.
Σκύβει και μου λέει μ ένα χαμόγελο να.
«αλλά τα καλύτερα τώρα έρχονται.»
«ελααα!»
Αγωνιώ.
«Πες ρε συ Όσσυ!.»
« σε κάνα μήνα έρχονται οι γονείς μου. Για πάντα.»
Με είχε στείλει. Δεν έμοιαζε να έχει πιει, αλλά μήπως είχε;. Τι μου έλεγε άραγε;  πώς να είναι δυνατόν αυτό;.
«…  βγήκαν σε σύνταξη και ζήτησαν διαβατήριο. Υπέγραψαν  ότι αποποιούνται της σύνταξης για να μπορέσουν να φύγουν… μόνο έτσι θα μπορούσαν.  Ένας μήνας φίλε. Έρχονται τα γερόντια μου!»
Πετούσε απ την χαρά του. Θα το έβλεπε και τυφλός ακόμα.
«… στην Αμέρικα θα τους πάω. Θα δεις.»
Το ανακοίνωνε σε γνωστούς και αγνώστους.
Όλοι πια μέσα στην ψηλοτάβανη αποθήκη, με τις μεγάλες καφέ ημιδιάφανες πόρτες και τα απλωμένα  μικρά και μεγάλα χαρτοκιβώτια, ανάμεσα σε ξύλινες παλέτες και μεταλλικά κοντέινερ, ανάμεσα σε ηλεκτρικούς φορτωτές και μικρά μπλε καροτσάκια μεταφοράς,  ήξεραν την μεγάλη προσμονή του Όσσυ.
Όλοι οι εργαζόμενοι εκεί είχαν μια ιδιαίτερη απολαβή από την αεροπορική εταιρία. Ελεύθερα εισιτήρια για όλο τον κόσμο αν βέβαια υπήρχαν κενές θέσεις με αντίτιμο ένα μικρό, ασήμαντο, συμβολικό ποσό.

Τους καλοδέχτηκε ο Όσσυ τους γέροντες κάποια μέρα στο δυτικό Βερολίνο και έβαλε αμέσως το σχέδιο σε εφαρμογή.
Η Αμερική τους περίμενε. Φλόριντα. Καλοκαίρι. Ήλιος και ωκεανός.
Τα υπόλοιπα έγιναν σχεδόν με την γρηγοράδα που είχε πηδήξει κάποτε τα συρματοπλέγματα.
Μακρύ ταξίδι και ελεύθερα ποτά. Η άνεση της χαράς ενός ταξιδιού στην άλλη άκρη του ατλαντικού. Δίπλα του τα γεροντάκια που δούλεψαν τόσα χρόνια για ένα αντάλλαγμα. Να χαρίσουν τα δικαιώματα της σύνταξης τους,  σε εκείνους που κάποτε τον κράτησαν με το ζόρι πίσω από υψωμένα τείχη. 
Για ένα φευγιό. 
Μια ανάσα ελευθερίας.
Πόσο κόστος να έχει άραγε η ελευθερία;. Δυο συντάξεις;. Ένα εισιτήριο δωρεάν  για Φλόριντα;.
Είμαι σίγουρος ότι η μάνα του, του έλεγε να μην πίνει τόσο μέσα στο αεροπλάνο.
Σίγουρα θα το έλεγε. Δεν την άκουσε αυτή την φορά. 
Έπινε. 
Και όταν άνοιξε η πόρτα του αεροσκάφους στην απόπνιξη της Tampa,  όταν η ζέστη και η υγρασία του τροπικού συνάντησε το αλκοόλ στο αίμα του Όσσυ, τον καλωσόρισε με ένα εγκεφαλικό.
Σωριάστηκε στη σκάλα .
Τον μάζεψαν οι Αμερικανοί. Θάλαμοι εντατικής θεραπείας.
Φωτογραφία γερόντων. Αλλοπαρμένων. Ανυποψίαστων.
Μόνων και έρημων σε άγνωστες  πολιτείες.
Σωληνάκια και συσκευές υποστήριξης αναπνοών.
Έτρεξαν διευθυντές και προϊστάμενοι.
Να δουν τι συμβαίνει. Τι θα κάνουν.
Η εταιρεία έκανε όσο μπορούσε. Αλλά όλα έχουν ένα κόστος.
Και η ελευθερία και η αρρώστια.  

Ο διευθυντής της αποθήκης,  πίσω στο Βερολίνο, πήρε την γυναίκα του Όσσυ κάποιο πρωινό και έκαναν το ίδιο ταξίδι. Αμίλητοι.
Ο καθένας για άλλο λόγο.
Τον έκλαψε όσο μπόρεσε. Τι άλλο να έκανε. Ήταν ανάμεσα σε συρματοπλέγματα. Στέφανα αγκάθινα.
Της είπαν...  "χαμένη υπόθεση".  
Μπορείτε να τον σώσετε αν εσείς η ίδια με τα ίδια σας τα χέρια κλείσετε την συσκευή τεχνικής υποστήριξης της αναπνοής του.
Νομικά είστε καλυμμένη. 
Έξαλλου σκεφτείτε και τα έξοδα που αν δεν μπορέσετε  να καλύψετε  δεν θα είστε νομικά καλυμμένη!.

Περικυκλωμένη από φοβίες κι ένα ετοιμόρροπο μέλλον.
Κοίταξε γύρω της. Μόνο ανασηκωμένους ώμους έβλεπε.
Ούτε ένας να ακουμπήσει για λίγο.
Είχε στα χέρια της την ανάσα του. 
Φιλτραρισμένη από τα αλκοολούχα χνώτα. 
Υπέροχα καθαρή. Αποστειρωμένη.
Κρυστάλλινη.

Κυριακή και η αποθήκη ειναι σε ελληνικά χέρια. Φοιτητικά μεροκάματα. Καλοπληρωμένα. Βάρδια βραδινή.  Σκοτάδι. Να  περάσει η ώρα να σχολάσουμε περιμένοντας μαζί με τον Δημήτρη τον Καβαλιώτη, το τελευταίο αεροπλάνο από Φρανκφούρτη.
Να φέρει δυο τρία πράγματα, να τα βάλουμε στη θέση τους, να κλείσουμε και να φύγουμε. Λίγο πριν τις δώδεκα.
Ακούμε την γνωστή κόρνα. Σημάδι πως έφτασαν. 
Θα τα δέσουμε στο μικρό ηλεκτρικό αυτοκινητάκι να τα φέρουμε μέσα να μοιραστούν.
Δυσφορία. Λίγα περιμέναμε, κοντέινερ ήρθε..
"Το κέρατο μου μέσα".  Σηκώνουμε μανίκια. Βιασύνη.
Μπροστά στο ανοιχτό κοντέινερ  πολλά μικρά ελαφριά χαρτοκιβώτια. Ένα ένα στα καροτσάκια για μοίρασμα. Τσεκάρισμα.  Αδειάζει σιγά σιγά. Επιτέλους αδειάζει.
Γυρίζω και βλέπω έναν Δημήτρη ωχρό. 
Μέσα στο κοντέινερ σκυφτός, πάνω σε μια τεράστια και βαριά,  δυσκολομετακινούμενη  μακρόστενη ξύλινη παλέτα, με το χαρτί του τσεκαρίσματος  και το στυλό να πέφτει απ το χέρι του.
Τον κατεβάσαμε με τσακισμένα βλέμματα
Βαρύ τούτο το φορτίο. Έπρεπε να μείνει σε μια γωνιά σαν ένα οποιοδήποτε τυπικό κιβώτιο. 
Ίσως να τον κλάψανε εκείνη την νύχτα τα μεταλλικά χωρίσματα της αποθήκης.  
Και η βουβή ηρεμία μιας πόλης που συνέχιζε απτόητη και ανυποψίαστη προς μια άλλη μεγάλη νύχτα.

Λίγα  χρόνια μετά, την νύχτα της ενάτης Νοεμβρίου του 1989, από μια λάθος διατύπωση ενός κυβερνητικού εκπροσώπου της λαοκρατικής δημοκρατίας της Γερμανίας,  μπροστά σε μέσα ενημέρωσης,  το τείχος θα έπεφτε παταγωδώς,  κάτω απ την ασφυκτική πίεση ενός κόσμου, που δεν ζητούσε τίποτα περισσότερο από το δικαίωμα του,  να περπατάει ελεύθερος.

Για τον Όσσυ αυτή η νύχτα  είχε έρθει λίγα χρόνια πιο πριν.














Ο Βρόγχος



 Έβρεχε στη πόλη.
 Οι αμέριμνοι περνούσαν με μουσκεμένες ομπρέλες απ την βιτρίνα  του βιβλιοπωλείου χαζεύοντας τους νέους τίτλους χωρίς να με  διακρίνουν στο σκοτεινό εσωτερικό του χώρου.

 Έβρισα την στιγμή που αράδιασα τα νέα βιβλία εκεί.
 Αν ήταν άδεια ίσως να με έβλεπαν!.

 Κρεμόμουν μόνος  με τα πόδια στον αέρα και την καρέκλα πεσμένη  λίγο πιο δεξιά μου μπροστά από ένα μισάνοιχτο βιβλίο
 - θα την φτάσω…έλα  θα την φτάσω….σκεφτόμουν κρατώντας την  θηλιά.

 Μια ανεπαίσθητη κίνηση εμπρός - πίσω και λίγο στραβά προς τα  δεξιά είχε αρχίσει.
 Είχα ελπίδες αλλά έκοβα ανάσες.
 Ξεφυλλίζονται τα βιβλία μόνα τους?

 Προσπαθούσα...μετέωρος….αναθεματισμένε τίτλε…
 «Εύκολα δένεις εύκολα λύνεις.»
 Η άκρη του παπουτσιού σχεδόν το άγγιζε.
 Η βροχή  και η σειρήνα ενός ασθενοφόρου ακουγόταν πνιχτά.
 Έτσι νόμιζα?

ΠΕΝΤΕ ΜΑΡΚΑ ΚΛΑΜΑ






                                                      ΠΕΝΤΕ ΜΑΡΚΑ ΚΛΑΜΑ

Πρωτοχρονιά στο χιονισμένο Βερολίνο και όλα τα λαμπιόνια της πόλης αναβοσβήνουν κουρασμένα.
Κάποια γιαγιά κρατώντας το λουρί του σκύλου της χαζεύει περπατώντας αργά τις ξεχασμένες βιτρίνες.
Είναι μια έρημη πολιτεία με τους κατοίκους μαζεμένους πια στα σπίτια τους.
Το προηγούμενο βράδυ ξενυχτούσαν γιορτάζοντας το σωτήριο έτος 1978
Ένας νέος χρόνος είχε ήδη έρθει κλείνοντας το μάτι στον κόσμο.
Τους άκουσα  να τραγουδούν, τους άκουσα να φωνάζουν έξαλλα, να μοιράζουν ευχές και φιλιά. Αντηχούν τα βήματα τους στα πλακόστρωτα ...
Αποχαιρετούν τον παλιό χρόνο αγκαλιασμένοι πίνοντας και γελώντας.
Και μετά όλα σίγησαν. Οι φωνές, τα γέλια, τα φιλιά.
Είχα κατέβει 4 ορόφους από τις σκάλες…
Ρόιτερ-στράσε 36
Ήταν ένα παλιό σπίτι όπως άλλωστε τα πιο πολλά εκείνη την εποχή στο Βερολίνο
που του χάριζαν μια αίγλη και μια ιστορικότητα από περασμένες δεκαετίες.
Βγαίνοντας  έξω δεν άλλαζαν και πολλά .
Τα  ιδία πλακόστρωτα τα ίδια μικρά μαγαζάκια του  δρόμου και στο τέλος του μια πλατεία μεγάλη.
Κάτι σαν  κόμβος. Κάτι σαν αφετηρία και τέλος. Κάτι σαν το κέντρο της περιοχής.
Η περίφημη Χέρμανπλατς.
Από κει και πέρα και μέχρι το κέντρο της πόλης, υπήρχαν μόνο οι σταθμοί του υπόγειου σιδηρόδρομου και όσα μπορούσα να δω,  βγαίνοντας από κάποιο σταθμό στην επιφάνεια.
Όλα τα ενδιάμεσα μου ήταν ακόμα άγνωστα.
Ήμουν ένας δορυφόρος της  Χέρμανπλατς. Γύρω της ένοιωθα ήρεμα.
Τίποτα το άγνωστο τίποτα το μυστήριο.
Πάντα οι ίδιες φυσιογνωμίες, οι ίδιες μπυραρίες, οι ίδιες νέον επιγραφές, το ίδιο τεράστιο ρολόι του σταθμού.
Και ένας τηλεφωνικός θάλαμος.
Ο κόμβος σύνδεσης με τους δικούς μου ανθρώπους στη πατρίδα.
Η μόνη δυνατότητα να τους έχεις άμεσα κοντά σου έστω και λίγο.
Δεν λέω τα γράμματα τους είχαν μια άλλη γεύση. Μύριζαν κάτι από το σπίτι μου.
Οι γραφικοί χαρακτήρες λες και σου χάιδευε τα μάτια.
Ακόμα και η κόλλα από το φάκελο είχε κάτι από τους δικούς μου κι ας ήταν μόνο λίγο απ το σάλιο που σφράγισε το γράμμα. Το κάθε γράμμα, που έφτανε σε μένα με καθυστέρηση μεν, αλλά με φόρα για να μεταφέρει τα νέα τους, να δω όσα δεν έβλεπα και δεν γνώριζα από αγαπημένους και γνωστούς.
…και μάθε παιδί μου ότι η θεια Αγγέλα αυτή που μας έσπασε τα ράντζα τότε …η αδελφή της γιαγιάς σου ντε..
…σου βάζω μέσα και μερικές σελίδες που έσκισα απ τον τσελεμεντέ, να μαγειρεύεις… εύκολα είναι…
…να τρως και να πλένεσαι μην γυρίζεις σαν τον απόκληρο εκεί…
Τα διάβαζα και γελούσα.
Προεξάρχοντος του τσελεμεντέ.
Των μερικών σκισμένων σελίδων και με στυλό μαρκαρισμένων των «εύκολων συνταγών».
Ααα και με ένα βελάκι να δείχνει τα σωστά μην τυχών και κάνω λάθος τραγικό κι ασχοληθώ με τα δύσκολα.
Κοτόπουλο με πατάτες στο φούρνο ας πούμε …όχι τα άλλα…άσε τα άλλα.
Κοτόπουλο γεμιστό με τέσσερα τυριά..
Αχ τέσσερα τυριά ε? τέσσερα είπες ότι  λέει???.... και να τα γέλια…
Ας ήταν και δυο μόνο.
Α ρε μάνα…


Ήταν πρωτοχρονιά όμως και γύριζα έξω ανάθεμα και ήξερα που ήθελα να πάω. Γύριζα άσκοπα.
Και δεν μου καιγόταν και καρφί επειδή είχε αλλάξει ο  χρόνος.
Έτσι κι αλλιώς σε μένα δεν είχε αλλάξει τίποτα.
Με τα χέρια στις τσέπες και το κρύο στο μέτωπο έφτασα μέχρι την Χέρμανπλατς.
Στη μια τσέπη μου ζεσταινόταν ένα  κέρμα. Πέντε μάρκα.
Πέντε πολύτιμα  μάρκα σε ένα κέρμα ήταν μια πρόκληση για πολλούς λόγους και μάλιστα ανήμερα της πρωτοχρονιάς.
Ο βασικότερος ήταν  ότι ήταν το τελευταίο.
Δεν είχα άλλο.
Ένας ακόμα σημαντικός λόγος  ήταν η χοντρή κυρία που γέμιζε την καντίνα στη πλατεία.
Μου έκανε εντύπωση ότι ενώ όλα ήταν κλειστά η κυρία αυτή είχε ανοίξει το μικρό μεταφερόμενο καντινάκι της και είχε σκορπίσει ολόγυρα με προκλητικό τρόπο

κάποιες αναταράξεις στα ρουθούνια μου, από τα καρρυβουρστ που έδειχναν να αχνίζουν από μακριά. Τα φαντάστηκα στο χαρτονάκι πλημμυρισμένα από την κέτσαπ πασπαλισμένα με άπειρο μπαχαρικό.
Και  η κυρία με τα τεράστια στήθια,  χαμογελώντας, προσποιούμενη το κλασσικό γερμανικό χαμόγελο, λέγοντας ένα μακρόσυρτο βερολινέζικο παρακαλώ, να τα αφήνει εμπρός μου σκύβοντας μέσα απ την  μίζερη καντίνα της.
Ίσως να έλεγε κι ένα χαρούμενος ο νέος χρόνος ίσως να ρωτούσε αν ήθελα κι ένα ψωμάκι επιπλέον
Ίσως και να μην την καταλάβαινα όμως.
Αλλά πάλι δεν πείραζε, αρκεί να έβλεπα  μπροστά μου το κεσεδάκι με τα σκουροκιτρινοκκόκινα λουκανικάκια  πασπαλισμένα με άπειρο μπαχαρικό να ζεσταίνουν τα μάτια μου και την γλώσσα μου.
Είδα τον εαυτό μου στο καθρέφτισμα μιας βιτρίνας…

Τα χεριά στις τσέπες, το δεξί να χαϊδεύει το πεντόμαρκο και τα μαλλιά να μουντζώνουν τον θεό..
Στρατιωτικό αμπέχονο - της μόδας τότε στη Ελλάδα -  αλλά καθόλου γνωστό στο αποστρατιωτικοποιημένο  δυτικό Βερολίνο με το κλασσικό τζιν παντελόνι … σαν την  μύγα μες το γάλα κάπως.
Κοντοστάθηκα βλέποντας μια την  καντίνα και μια τον τηλεφωνικό θάλαμο.
Σκέφτηκα στην  Ελλάδα τους δικούς μου.. μεσημέρι πρωτοχρονιάς..
Θα έτρωγαν καθισμένοι ένα γύρω.
Τι να έτρωγαν άραγε σήμερα?
Να ήταν όλοι εκεί?
Α ρε μάνα τι έφτιαξες πάλι, μονολόγησα.
Ο θάλαμος μου έκρυβε την κυρία στη  μίζερη καντίνα.
Καρφώθηκε το βλέμμα μου στο θάλαμο.
Καρφώθηκε  η σκέψη μου αλλού  μακριά ..αλλού.
Και το πεντόμαρκο είχε ζεστάνει τα δάχτυλα μου.

Άνοιξα την πόρτα του θαλάμου ...μύριζε  μούχλα και αλκοόλ από την επέλαση των βαρβάρων το προηγούμενο βράδυ
Πάτησα τα σπασμένα μπουκάλια στο πάτωμα.
Το μαύρο τεράστιο ακουστικό έμοιαζε βαρύ και είχε αρχίσει τα πιπ πιιιπ..
Ένοιωσα τα χνώτα μου να θαμπώνουν  τα γυαλιά μου αλλά ήξερα τον αριθμό απ έξω κι ανακατωτά
Σχημάτιζα τον αριθμό στο καντράν και το πεντόμαρκο είχε πέσει με ένα  μεταλλικό και λες ευχάριστο ήχο στην σχισμή των κερμάτων.
Κάποια αγωνιώδη δευτερόλεπτα  πέρασαν και ακούστηκε να χτυπά το τηλέφωνο στην άλλη άκρη.
Σαν η άλλη άκρη του  κόσμου έμοιαζε.
- Εμπρός..
Μια φωνή έλεγε εμπρός και χαμογέλασα αναγνωρίζοντας την φωνή της αδελφής μου
Ναι είπα ..ίσως ξέπνοα χωρίς δύναμη αλλά χαμογελώντας ..ναι εγώ είμαι.

Αδερφούλιιιι ούρλιαξε ….Καλή χρονιά χρόνια πολλά πως είσαι  μαμααα ελααα
Τα είχε πει όλα μαζεμένα ..σαν μια πρόταση  χωρίς κόμματα  χωρίς τελείες χωρίς ανάσα..
Η φωνή άλλαξε και ήδη ένα κλάμα είχε φτάσει στα αυτιά μου ..υπόκωφο αλλά καθαρό.
Ένα κλάμα μακρόσυρτο, ευγενικά χαμηλόφωνο σχεδόν, σαν να έκλαιγε κάποιος μέσα στη ψυχή του και κανείς δεν το έβλεπε, κανείς δεν το άκουγε..
Σαν να μην έπρεπε να το δείξει, σαν να ήταν  κάτι δικό της, που δεν το μοίραζε, που δεν έπρεπε να το δει κάνεις, αλλά κάπως έπρεπε να βγει από μέσα της όσο πιο αθόρυβα γίνονταν, όσο πιο προσεκτικά να μην ακουστεί να μην χαλάσει τίποτα να μην στεναχωρηθεί κανείς.
Όμως το άκουγα.
Μάνα  είπα … χρόνια πολλά καλή χρονιά
Μάνα?
Ίσως να είπε κάτι …
Προσπάθησα να το μεταφράσω μέσα από τον  λυγμό της αλλά πάλι  δεν ήμουν  σίγουρος τι άκουσα και έτσι ξαναείπα
Μάνα …..?
Έλα ρε μανούλα  μίλα μου  λίγο …τζάμπα  πάει το πεντόμαρκο… μάνα μ’ ακούς?..
Συνέχισε την  συνομιλία της με τον δικό της τρόπο …προσπαθούσε να ψελλίσει κάτι σαν πως είσαι  τι κάνεις..
Αλλά όλα αυτά έφταναν στα αυτιά μου σαν …σαν να έλεγε αυτά που νόμιζα ότι άκουγα …σαν μια γλώσσα με άλλους ήχους και φθόγγους ..ένας λυγμός από κατεστραμμένα φωνήεντα και  συμφώνα αλλού για αλλού τους τόνους, αλλά όλα αυτά μακρόσυρτα, πένθιμα κάπως,  σαν ένα ατελείωτο μοιρολόι που δεν ξεχωρίζει κανείς τις λέξεις παρά μόνο τον πόνο για ένα χαμό ..ένα  πένθος μέσα της.
Μάνα  επέμενα … μίλα μου
Έλα ρε μανουλίτσα  πες κάτι να σε ακούσω, σταμάτα το κλάμα είμαι καλά μην ανησυχείς,  όλα είναι καλά.
Μ' ακούς?
Μάνα ελααα  παρακάλεσα …
Το χέρι μου πίεζε το ακουστικό στο αυτί μου, η ανάσα μου προσπαθούσε απεγνωσμένα να μεταβάλει την θερμοκρασία του θαλάμου.
Και τα μάτια μου μετρούσαν τις μονάδες που χάνονταν.
Είχαν μια αγωνία σ’ αυτό το μέτρημα, σαν μια αντίστροφη μέτρηση που άρχισε από το 50 και κατέβαινε αργά και βασανιστικά προς το μηδέν…
Το μηδέν και το άπειρο.
Και κάθε  φορά που πέρναγε μια δεκάδα ..λες και ήθελε να μου σπάσει το ηθικό έκανε κι ένα  ήχο προειδοποίησης κλικ 30 ….κλικ…20…πλησιάζοντας απροκάλυπτα σαδιστικά προς το  μηδέν…
Κλιιικ…10
Εκεί θα τελείωναν όλα …σε κάποιο μηδέν.
Ειρωνεία σκέφτηκα …κάποια πράγματα αρχίζουν απ’ το μηδέν ...σε μένα σήμερα θα τελειώσουν στο μηδέν.
Και αυτό το μακρόσυρτο - λυγμός κι αναφιλητό μαζί - με ρουφήγματα της μύτης και ήχους μεταλλικούς απ τα γυαλιά της πάνω στο ακουστικό χωρίς να αρθρώνει μια λέξη, ανακατωμένο με φωνές απ τους άλλους  μέσα στο χώρο τύπου …έχετε χιόνια εκειιιιιι? Κάνει  κρύο νεαρέ μου????
Αντιφάσεις… χαρούμενες φωνές συντροφιά του λυγμού…
Κλικ …το γαμημένο  κλικ  έκανε την δουλεία του. Μου υπενθύμισε ότι σε χρόνο 10 λεπτών ως υποδιαίρεση του  μάρκου η παρούσα συνομιλία θα τέλειωνε αδίστακτα και γερμανικά.
Καμία περίπτωση να ..κολλήσει ας πούμε ..να χαλάσει το ρημαδοτηλέφωνο και να μην μετρήσει πια τα λεπτά …να καρφωθεί κάτι… ένα σκουπιδάκι μέσα στη σχισμή ας πούμε …να προλάβω να πούμε ακόμα πράγματα που δεν ειπώθηκαν… να έλεγε τουλάχιστον κάτι …ας ρωτούσε τι έφαγα σήμερα κι ας έλεγα ψέματα …ότι έφαγα…
Ας ρωτούσε πώς είμαι από λεφτά κι ας έλεγα ψέματα …ότι έχω μην ανησυχείτε ..μια χαρά είμαι τα βγάζω πέρα…
Αλλά δεν έλεγε.
Έτσι γλύτωνα και τα ψέματα αλλά το κλικ ήταν ο ερχομός του τέλους.
Αναπόφευκτα θα λειτουργούσε στην εντέλεια το γερμανικό μηχανάκι καταμέτρησης μονάδων.
Μάνα είπα ξανά σε ύστατη προσπάθεια να πει μια λέξη …αλλά ο λυγμός είχε και ρυθμό πια…
Μια ανάσα που προσπαθεί να διαγράψει λέξεις με κάποια φανταστική  κιμωλία στο  χώρο ανάμεσα Βερολίνο Αθήνα …και δεν το πετυχαίνει…
Προσπαθεί αλλά μένει μετέωρη να ορίσει το βάθος του  λυγμού και της πίκρας για το παιδί της που είναι μακριά.  Της άδικης ενοχής ίσως για ένα στρωμένο τραπέζι εκεί.
Για μια άδεια καρέκλα στο τραπέζι.
Ήταν σίγουρο,  ότι και να έλεγα  ότι έφαγα, δεν θα με  πίστευε.
Απλά ίσως να της άρεσε να το πιστέψει  έτσι χωρίς  λόγο ..ίσως σαν πρωτοχρονιάτικο  δωράκι ευτελούς αξίας.
Ο λυγμός που δεν μεταφραστικέ ποτέ σε λέξεις αλλά που εξέπεμπε μηνύματα γλυκόπικρης αγάπης, σταμάτησε να ακούγεται στα επόμενα λίγα δευτερόλεπτα.
Ο μετρητής του πρωτοχρονιάτικου χρόνου μου είχε εκπληρώσει στο ακέραιο την αποστολή του με απάνθρωπη  τυπικότητα.
Το μηδέν αναβόσβησε μερικές φορές και ο ήχος που τον συνόδευε έμοιαζε με επιθανάτιο ρόγχο του μοναδικού μου πολύτιμου κέρματος
Βγήκα απ τον θάλαμο αλλά στάθηκα μπροστά του ετοιμόρροπος κάπως.
Με φυσούσε ένα αεράκι, έτσι μου φάνηκε.
Σκοτείνιαζε και οι νέον επιγραφές έμοιαζαν να κρέμονται στο τίποτα.
Κλόουν που είχαν βάψει τα πρόσωπά τους με έντονα χρώματα λόγω των ημερών.
Μια απόλυτη ηρεμία, μια σιωπή έλουζε την Χερμανπλατς και γω νόμιζα  ότι άκουγα τον  λυγμό της μάνας μου να παίζει στα μεγάφωνα του σταθμού, στη διαπασών σαν εμβατήριο χωρίς παρέλαση, χωρίς θεατές, χωρίς κοινό
Βούλιαζα τα χέρια μου ξανά μέσα στις τσέπες του αμπέχονου.
Μάζεψα το λαιμό μου μέσα στον γιακά του και έκανα ένα βήμα ξανά χωρίς να ξέρω το για πού.
Ένοιωσα να χαμογελώ χωρίς να ξέρω γιατί. Με παραξένεψε που χαμογελούσα …γιατί χαμογελούσα άραγε?
Αλλά είχα ένα χαμόγελο πλατύ στα χείλη… το ένοιωθα να μου το παγώνει το κρύο  αλλά εκείνο επέμενε λες και κάποια αδιόρατη χαρά με ανάγκαζε να χαμογελώ.
Λες και πέντε μάρκα κλάμα μου είχε αποκαλύψει ένα χαρμόσυνο νέο. Μου είπε κάτι και δεν το κατάλαβα άραγε? Μα είπε κάτι? Λες να είπε κάτι και το έχασα?....
Και χαμογελούσα μόνος  στη Χέρμανπλατς ανάμεσα στο μεγάλο ρόλοι του σταθμού και τη μίζερη καντίνα.
Λες και είχα ακόμα το κέρμα στη τσέπη.
Λες και ετοίμαζα ταξίδι επιστροφής με τα πράγματα μου να με περιμένουν έτοιμα στον τέταρτο όροφο.
Λες και δεν ήμουν  στη Χέρμανπλατς, αλλά στον Αι-Γιάννη τον Καρέα ψηλά  και είχε πέσει ένα χιονάκι στον Υμηττό και πάγωνε τις μύτες μας λίγο.
Λες και ήμουν με τους φίλους μου να γελάμε κάπου στη Ηλιούπολη.
Λες και η μάνα μου δεν έκλαψε για πέντε γερμανικά μάρκα.
Λες και ότι είχα μπει στο σπίτι και μύριζε  ολόκληρο μια ζέστη, μια γλυκιά ζέστη.
Λες και ένα τραπέζι ήταν στρωμένο και γεμάτο με πιάτα και ασημένια χαρμόσυνα κουταλοπήρουνα 
Λες και ποτήρια τσούγκριζαν μελωδικά.
Λες κι όλοι ντυμένοι γιορτινά άπλωναν πετσέτες στα γόνατα τους και γελούσαν με πειράγματα για τα εδέσματα της νοικοκυράς.
Λες κι όλο την άκουγα  χαμογελώντας και δείχνοντας τα πιάτα να λέει επίμονα …δοκίμασε  κι αυτό …δοκίμασε και τούτο… για δες  αυτό …κι αυτό παιδιά ...κι αυτό…πάρτε κι αυτό…
Λες και μας άκουσα  όλους  για μια στιγμή ταυτόχρονα ...χορωδιακά …συντονισμένα.
-αμάν πιο ρε μάνα…
και ξεραθήκαμε όλοι στα γέλια.
Α ρε μάνα…