TOXOBO RADIO

Μοναχική Πρωτοχρονιά

Θα δείξουν τα μοναχικά ρολόγια, ακριβώς δώδεκα.
Μερικά λεπτά αργότερα μέσα στην γλυκεία νοσταλγία όσων πέρασαν, λέω να βγούμε στο μπαλκόνι. Μόνοι μας. Αμίλητοι.
Σαν να βλέπουμε το μέλλον πίσω απ το τεράστιο φεγγάρι
Ο, τι σκεφτούμε εκείνη την στιγμή, θα γίνει εικόνες στο μυαλό μας.
Εικόνες πασπαλισμένες με χρυσαλιφούρφουρα διαρκείας.
Και οι άλλοι γύρω μας θα δίνουν φιλιά μ’ ευχές και πολύχρωμα πυροτεχνήματα, θα ζωγραφίζουν τον ουρανό.
Λευκά, κόκκινα, μπλε, ασημί… σαν πολύχρωμα χείλη χαμογελαστών γυναικών.
Και θα ξεκινά ένας ακόμα χρόνος.
Χαμογέλα μικρή…
Η ζωή τελειώνει σε κάποιο πολύ μακρινό αστέρι.
Χωρίς να ρωτά το πότε και το πως.
Έλα, χαμογέλα…
Μ’ ακούς?
Μα που είσαι μικρή μου ?
Γιατί δεν απαντάς?



Σαράντα κουπιά



Μόνος στη πλώρη αναλογιζόταν όσα είχε περάσει στο νησί του Μίνωα.

Νέοι φίλοι παλαιοί εχθροί. Περασμένα ξεχασμένα. Και τις ρακές εν αφθονία τις είχαν πιει γύρω από τεράστιες φωτιές και αντικριστά κρέατα είχαν περιδρομιάσει και η Αριάδνη το’ χε το παίξιμο στο κουβαράκι της και ο Μινώταυρος μια χαρά ήξερε να απαγγέλλει παθιασμένα και μ’ ανατολίτικη τονικότητα τον Ερωτόκριτο.

Φυσικά η ειρήνη είχε κλειστεί δια παντός ανάμεσα σε ιδρωμένες αγκαλιές και φιλιά από νεαρά ημίγυμνα αγόρια και κορίτσια. Η επόμενη ημέρα περιελάμβανε ελαφρά ρακόμελα, πακετάρισμα δώρων, μαντίλια πνέοντα στην θαλάσσια αύρα, ερωτικά δάκρυα, εναγκαλισμοί και αναχώρηση για Αθήνα.
Ακτοπλοϊκώς .
Χαρμόσυνα τα μαντάτα.
Ο Αίολος υπήρξε γενναιόδωρα ούριος με τον Θησέα.
Σαράντα κουπιά κρατούσαν πορεία προς το Σούνιο.

Γύρισε ξαφνικά αλαφιασμένος.
Ρε σεις… το πανί γαμώ σας. Το Πανί…





Προσγείωση.



Σε αρμένιζε μια κούραση στα μάτια και στη φωνή. Έφτανε μέχρι το πιο βαθύ μέσα σου κι επέστρεφε άτονα σαν ξεφτισμένη ανάσα στα αυτιά μου.

Έξω οι αστραπές χαράκωναν τα γυμνά δέντρα και τα όνειρα.

Οι Θεοί έπαιζαν με βεγγαλικά και μουσικές .

Ο ουρανός ένα τεράστιο καλειδοσκόπιο μέσα σε αθέατες συστάδες νεφών με ανταύγειες και εκρήξεις χρωμάτων, λανθάνοντος υπόλευκου , λευκόχρυσου, μωβ και λουλακί.

Έσυρα τα βήματά μου σε κήπο ολάνθιστο.

Νυχτερινή συνάντηση με κάποιες στάλες βροχής.

Άνθιζαν ήρεμα τα γιασεμιά σε ολόλευκο άρωμα, απλωμένο στο σκοτάδι της μικρής καταιγίδας ανακατωμένα με ήχους από μακρινά τραγούδια μιας γιορτής κάπου μακριά. « ειμ’ αετός χωρίς φτερά…»

Αναλογίστηκα τα κομμένα φτερά του.

Την επίγεια πίκρα του.

Την αετίσια μοναξιά του.

Περπάτα τώρα…





Εκδρομή μέσα μας.


Ήταν μια παρεξηγημένη εκδρομή.
Μια ενοχή αναζητούσε διέξοδο ανάμεσα στα μαύρα σου μάτια και στις βαθιές ανάσες της ανένδοτης καθημερινότητας. Μια εκδρομή μέσα μας.
Ας είχε μόνο βουνό και θάλασσα. Ας είχε πεύκα και αμμουδιά. Ένα μέτρημα των κυμάτων που χάνονταν μετά το φιλί τους στα βότσαλα.
Μια εκδρομή να φύγει η ψυχή ψηλά σαν γεράκι άγριο που θέλει να χαρεί το πέταγμά του.
Που ζωντανεύει την κρυφή διάσταση της απόστασης. Που την φανερώνει σαν εύπλαστος πρωινός Ήλιος, ξημερώνοντας κατακαλόκαιρο.
Σαν φως ατίθασο στον γυμνό βράχο που κανακεύει τον αφρό της θάλασσας.
Αυτό που ζω εδώ αυτόν τον καιρό μπορείς να το πεις και κόλαση. Αν όμως τελειώσει ποτέ, μας χρωστάμε μια εκδρομή.
Αν τελειώσει ποτέ.. και αν το θες ακόμα…






ΧΟΡΟΣ ΣΤΗ ΠΛΑΤΕΙΑ (Παραλλαγή)

Έφυγαν οι λέξεις απ το στόμα σου κι έπεσαν πάνω μου με φόρα.
Πώς να αντισταθώ στη νύχτα.
Αστέρια σαν καρφίτσες στα σύννεφα και στην άκρη της γλώσσας μου.
Με χτυπούσε μια βροχή κατακούτελα.
Καυτό λάδι η ανάσα σου.
Τα έργα και οι ήμερες μου, πλήγωναν τους λεπτοδείκτες στο ρολόι της άδειας πλατείας.
Είπες «συγγνώμη... δεν είμαι εγώ.»
Αμήχανη παύση. «Λοιπόν ας χορέψουμε τώρα…»
Το κεφάλι βυθίστηκε στον ώμο μου.
Χορεύουμε.
Τέσσερα δάκρυα λούζουν τα σωθικά μου.
Τέσσερα μάτια κλειστά.
Τέσσερα κοφτά βήματα στο πλακόστρωτο της νύχτας.
Είναι οι κύκλοι της ζωής που μας ζαλίζουν. Η εναλλαγή.
Ο απρόσμενος θάνατος.
Φωτογραφία στο φεγγάρι.
Κοριτσάκι με χρυσαφένιες πλεξούδες να χαμογελά στον άνεμο,
χοροπηδώντας στα όνειρα μας.
Έπαιζε ένα βαλς μέχρι το χάραμα.






Ένα λουλούδι στα μαλλιά

Βλέπω ξαφνικά το υπέροχο σκίτσο, μια σπανιόλα να κάθεται πάνω στις γραμμές ενός τρένου, κοντά σε μια θάλασσα και να αρμενίζει ένα μικρό πειρατικό ... φέρνω το βλέμμα μου προς τα δεξιά και διαβάζω. «Λογοτεχνικός διαγωνισμός».
Ωραία λέω. Ενδιαφέρον.
Συνεχίζω.
«οι υπερβολές ξεκίνησαν».
Ενθουσιάζομαι. Ονειρεύομαι την υπερβολή. Πετάω την σκούφια μου για την υπερβολή. Η υπερβολή αλλάζει τα πάντα.
Σκέφτομαι.
Μήπως δεν είναι γραμμές από τρένο?.
Η σπανιόλα δεν μπορεί να κάθεται σε γραμμές…
Δεν δείχνει απογοητευμένη. Έχει ένα λουλούδι στα μαλλιά, σαν φωτιά στη σκέψη. Μάλλον κάθεται σε μια σχεδία, μόνη μέσα στη θάλασσα. Ολομόναχη στο πέλαγος. Αλλά κρατεί και ένα χάρτινο καραβάκι. Κρατάει μια ελπίδα δεμένη δυνατά με την ζεστή φωτιά του μυαλού της.
Δεμένη η ελπίδα στη σχεδία.





Γυναίκα στη Μάνη.

Ήρεμα και άγρια σαν μια θάλασσα σε σκέφτομαι.
Φως  ασημοκέντητο στα γαμψά γυρίσματα
των μακρινών κυμάτων.
Κι εσύ φεγγοβολάς μέσα στο αστρικό σου θάμπος
Πανσέληνος σε πάθος νυκτόβιο.

Να καίω επάνω μου τα χιλιάδες κεριά σου.
Άηχα νετρόνια,  διαπερνόντα  το σώμα μου.
Ατίθασα άλογα και απαλό χορτάρι,
σε πλαγιές θαλασσόλουστες.
Ανέπαφα  τα χαϊδεύει η οδύνη των μικρών ανέμων.
Σαν το χάδι των ματιών σου.
Σαν τον νεφεληγερέτη λαιμό σου.

Ήφαιστος θερμοδότης.
ψυχή αναβράζουσα.
Αστράφτει στο Λιμένι
η πέτρα της Μάνης.
Στιλπνή.
Ζεσταίνει  όνειρα  εχέδωρα.
Τρυφερά αμύγδαλα το στήθος σου.
Τα κρατώ στο στόμα να μεγαλώσουν
Να στάξουν  μέσα μου εσένα.
Ελέω. Έλαιον.
Να βραχνιάζει η φωνή μου, το μέσα σου.
Περισπωμένη καλύπτουσα  σώματα.
Οροφή νεφών.
Βροχή απαστράπτουσα.
Οϊμέ…
Να γεμίζω το στόμα σου με την ανάσα της γης
Πολυαγαπημένη μου υστερόχρονη.
Ω γυναίκα. Ω πολυπόθητη.






ΑΡΜΕΝΙΣΜΑ



Μεγάλωνε σ ένα χωριό πάνω απ τα ερείπια της αρχαίας Ολυμπίας. Μέσα στα πεύκα και στο σαθρό χώμα που ο Αλφειός κάθε τόσο τραβούσε προς την θάλασσα.

Μεγαλύτερος από όλα τα αδέρφια , πελάγωνε ανάμεσα στα χωράφια και στο σχολείο. Με ζόρι τα μαθήματα, ζόρι και στη ζωή. Είχε όμως ένα χαμόγελο πονηρό στη φάτσα του κι ένα πνεύμα ανεξάρτητο, ξεχείλιζε απ τα μάτια του. Πειραχτήρι στη ψυχή. Πειραχτήρι στα λόγια. Αδέσμευτη καρδιά, σουλατσαδόρισσα. Το φευγιό μέσα του.

Σαν αδέσποτο σκυλί, τους χειμώνες στα απάγκια και τα καλοκαίρια στις δροσερές κληματαριές. Με τη γλώσσα να κρέμεται σαλιώνοντας το ξερό χώμα.

Τέλειωσε το γυμνάσιο μένοντας σε κάποιο οικοτροφείο της μητρόπολης. Κλάφτηκε η μάνα κάποια μέρα στον δέσποτα να το πάρει το παιδί να δώσει ο Κύριος μπας και προκόψει αυτός.

«Αυτός να προκόψει, να μάθει πέντε αράδες γράμματα να ξεστραβωθεί άγιε μου Δέσποτα…»

Μπήκε ένα Σεπτέμβρη στο ίδρυμα. Δυο βρακιά δυο κάλτσες. Ένα μπαλωμένο παντελόνι. Τσούρμο η φτώχεια. Μαζεμένη απ τα χωριά, έβρισκε τροφή και στέγη εκεί. Κι ένας γέροντας να φροντίζει από τον όρθρο μέχρι το απόδειπνο για όλα. Καλά και χριστιανικά.

Κοιτούσε ο Κώστας το τσούρμο με κατεβασμένο το κεφάλι και τα μάτια καρφωμένα μπροστά, καχύποπτα, υποψιασμένα, να φυλάξει τα νώτα του.

Δεν ήξερε και κανέναν. Μόνο τα χωριά τους γνώριζε. Όλα τα είχε γυρισμένα με μια παλιοφλορέττα που έκλεβε τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια απ τον πατέρα του. Κατηφόριζε κατά τις θάλασσες με δανικές βενζίνες και γλυμμένο μαλλί, κολλημένο στο μέτωπο. Μια χτένα στη κωλότσεπη να το πατικώνει στο καθρεφτάκι της μηχανής όταν έχανε την φόρμα του. Άπλωνε το χαμόγελο του ξέγνοιαστου ερωτιάρη αδιαφορώντας επιδεικτικά για τις άδειες τσέπες του και χαζολογούσε μπικινάκια στις αμμουδιές.

Όταν τέλειωσε απ την κλεισούρα του «ευαγούς ιδρύματος» ήταν ένας Ιούλιος που μύριζε μπαρούτη. Είχε το απολυτήριο στη τσέπη και την έγνοια του στρατού. Άκουγε κάτι για πόλεμο στη Κύπρο. Για σκοτωμούς και μάχες. Σκιάχτηκε. Του έβαλαν μια ιδέα για εμποροπλοιάρχων. «Δυνατό χαρτί» του έλεγαν. Γνωστοί κι άγνωστοι. «με την στολή αγόρι μου θα πουλάς μούρη στα κοριτσόπουλα» Κι αυτός - πονηρόφατσα-έστρωνε την γλυμμένη χωρίστρα να πέφτει μέχρι την άκρη του ματιού, έχωσε την χτένα πάλι στη κωλότσεπη και έδωσε στην εμποροπλοιάρχων.

Του πήγαινε το άσπρο του Κώστα. Του έδινε όσο μπόι του έλειπε. Του ξάσπριζε λίγο και την μαυρίλα της μούρης του.

Ένοιωθε σαν να έχει ψηλώσει. Είχε αλλάξει περιτύλιγμα. Άλλες συναναστροφές άλλο επίπεδο. Περασμένα ξεχασμένα τα οικοτροφεία και η φτώχεια. Έστελνε κάτι λίγα λεφτά στο σπίτι και χαιρόταν η μάνα του που πρόκοβε. Μαθήματα και ταξίδια, διάβασμα και ελεύθερες Κυριακές στα ζαχαροπλαστεία και στα γήπεδα. Χοροί τελειοφοίτων και κυρίες μικρές και μεγάλες με τουαλέτες και κοσμήματα. Πλοιοκτήτες και ναύαρχοι. Και οι κόρες τους βέβαια. Σε αστραφτερά φορέματα και χρυσίζοντα σιρίτια. Αγορές επωνύμων ρούχων στα Λονδίνα και διαμονές σε ακριβά ξενοδοχεία του κόσμου. Ιστορίες από φουρτούνες , μποφόρια και κρυφούς έρωτες σε μέρη εξωτικά. Κομπασμοί ανδρών. Φαντασιώσεις γυναικών. Ανδραγαθήματα στη μέση των ωκεανών. Κρυφές ματιές με νόημα. Μισόκλειστα μάτια και παραμυθιάσματα.

Κάποιο αστραφτερό και φεγγαρόλουστο βράδυ, που μια μπάντα έπαιζε βιεννέζικα βαλσάκια την είδε.

Κάπνιζε μόνος στο τεράστιο μπαλκόνι της σχολής με φόντο την ασημόσκονη στα κύματα. Το μυαλό του έστηνε σενάρια για μακρινά ταξίδια. Για μεγάλα καράβια και μεγάλες μακρινές θάλασσες.

Αυτή έψαχνε αμήχανα κάτι στον ουρανό

«Κώστας» είπε πλησιάζοντας. Αργογύριζε η προπέλα του.

«Έλενα». Ακούστηκε σαν να είχε μετρήσει όλα τ’ αστέρια κιόλας.

Κι έγινε μια μικρή έκρηξη μέσα του. Μια ζωογόνος δύναμη τον έστελνε σε κείνες τις μακρινές θάλασσες. Είχαν γίνει όλα ένα γαλάζιο. Μια ξανθή αμμουδιά τον Αύγουστο. Ένα μελτέμι χάιδευε τα πανιά για το άγνωστο.

Η κόρη του γνωστού πλοιοκτήτη εμπρός του. Μικροκαμωμένη, μετρημένα χαμογελαστή, απέναντι απ την λευκή του στολή. Στο ύψος του.

Κι άρχισαν τα κρυφά πέρα δώθε. Τα πήγαινε έλα. Τα σ’ αγαπώ μ’ αγαπάς. Και οι δυσκολίες. Ο μπαμπάς αδιάλλακτος. Η κόρη θα έπαιρνε «τζάκι». Όταν θα ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου.

Οι παρακατιανοί δεν ήταν για την κόρη του εφοπλιστή. Τελεσίδικο.

Και έπεσαν απαγορεύσεις «απόπλου». Στερήσεις εξόδου. Λογύδρια ηθικής. Μιλημένες φίλες προσπάθησαν να την αποθαρρύνουν.

«όνειρο θερινής νυκτός ο χωριάτης για σένα» της έλεγαν.

«υποπλοίαρχος και αν» « και βλέπουμε αν…»

Αμετάπειστη αυτή. Κέρβερος ο Κώστας. Κάθε βράδυ με την παλιά ξεχαρβαλωμένη φλορέττα του πατέρα του έπαιρνε τον δρόμο απ τον Ασπρόπυργο για τα βόρεια προάστια. Έρως ανίκατε.

Είχαν πέσει και οι προειδοποιήσεις. Τα ραδιοτηλεγραφήματα.

Τα σήματα μορς.
«μακριά απ την κόρη μου.»

«μην τολμήσεις…»

Τα αγνοούσε όλα, όσο την κρατούσε τις νύχτες αγκαλιά. Όσο και κείνη καιγόταν μαζί του.

Τα σήματα αγρίευαν. Σαν το τρίξιμο της λαμαρίνας στο κύμα . Μύριζε τρικυμία σε στεριά.

« πάρε αυτά και εξαφανίσου απ την ζωή της…»

Κι αυτός συνέχιζε το ταξίδι με την φλορέτα. Καπετάνιος στην άσφαλτο με τελικό προορισμό ένα φιλί, μια αγκαλιά και λόγια… και όνειρα…

Προορισμός τα μάτια της. Και «Ος εν μαλακαίις παρειαίς νεανίδος εννυχεύεις». «Άμαχος γαρ …»

Άμαχος . Αδύναμος στην ορμή της εξουσίας και της παράκρουσης.

«Τελευταία προειδοποίηση. Δεν θα φέρω ευθύνη …»

Έβρεχε εκείνο το βράδυ. Μουσώνες στα δυτικά της Αττικής. Το αγνόησε προκλητικά. Δεν θα τον σταματούσε ο καιρός. Αδιανόητο να μην κάνει το αποψινό ταξίδι προς την αγάπη. Ας μούσκευε και το τελευταίο του κόκκαλο. Ας στράβωνε και το μαλλί. Ας έμοιαζε καρυδότσουφλο στους ανέμους.

Νύχτα και φώτα θαμπά στις σκοτεινές λωρίδες της ασφάλτου.

Η βροχή έκοβε την νύχτα σε φέτες. Χάραζε το λιγοστό φως του ερειπωμένου δίκυκλου. Αγέρωχος και μουσκεμένος σαν να έστεκε μονάχος στη γέφυρα. Χωρίς κιάλια. Χωρίς ασύρματο. Με θέρμη και νου ζωντανό.

Στο βάθος του ορίζοντα το πρόσωπο της. Στενοχωρημένο απ τις δυσκολίες. Φοβισμένο απ τις απειλές. Τρομαγμένο. Τον περίμενε όμως.

Κι ο Κώστας πάνω στη παμπάλαια φλορέτα αντιστεκόταν στους κανόνες της ισορροπίας και της τριβής.

Ένοιωσε κάποια φώτα να τον σαρώνουν. Κάποιος κινητήρας ανέβαζε στροφές με μανία πίσω του. Ένα μεγάλο μαύρο αμάξι έπλεε δίπλα του πετώντας νερά στα αμπάρια της φλορέττας.

Ξέμεινε λίγο πίσω του. Απόσταση βολής. Τον μετρούσαν . Χλιμίντρισαν μερικές δεκάδες άλογα με ορμή, κατά πάνω του.

Έχασε το τιμόνι και την πορεία του. Στραπατσαρίστηκε η ίσαλος. Μαγγιόρα και παταράτσα έγιναν μαστίγια, Σκότες τον έπνιγαν.

Μαΐστρες και φλόκοι τον κάλυψαν στην άκρη ενός βρώμικου κράσπεδου.

Υπόλευκοι σωρείτες τον ανέβαζαν αργά στον ουρανό.

Πέταγε πάνω απ το χωριό του κι ήταν πνιχτή η ζέστη. Είδε την αγαπημένη του να κρέμεται στον πλάτανο της άδειας πλατείας. Απέναντι, με μάτια ορθάνοικτα και στόμα οργής, η μάνα του.

Ο Αλφειός κυλούσε βαριεστημένα ανάμεσα από μυρτιές και αγριαγκινάρες. Πευκοβελόνες τρυπούσαν το σώμα του. Είδε πλοία αγκυροβολημένα να επιπλέουν στη σκοτεινή θάλασσα.

Άκουγε βαριές άγκυρες να ξεσέρνουν σε αβαθή νερά. Κροτάλιζαν μέσα στη νύχτα. Ολομόναχες. Αυστηρές. Αγέλαστες.

Έστρωσε το γλυμμένο μαλλί μέχρι το φρύδι ξανά, χαμογέλασε κι έκλεισε τα μάτια.

Έγινε μια σιγή ξαφνικά. Σταμάτησε η βροχή κι έσκυψε πάνω του. Να τον σκεπάσει ο πολικός τρεμοπαίζοντας το λιγοστό φως του.

Να τρελαθούν οι πυξίδες. Και η κόρη που μάταια περίμενε εκείνο το βράδυ της βροχής.

Ατύχημα το είπαν. Τραγικό τροχαίο. Μπορεί και να ήταν. Μπορεί και όχι.

…Και είδα δυο γυναίκες να κλαίνε ήρεμα στα μνήματα. Με μαύρα μακριά φορέματα και τα χέρια σηκωμένα στους θεούς. Κρατώντας την άσπρη στολή με τα χρυσά σιρίτια. Στολισμένη με καρπούς του ρόδου.
Κατακόκκινους. 
 Κρατούσαν πικραμύγδαλα και ζωντανό λιβάνι. Δεν έκλαιγε το πρόσωπο τους. Η καρδιά τους σπάραζε. Αναφιλητά ανακατωμένα με τα κύματα στα πόδια του μοναστηριού.

Ανοιχτά στα Στροφάδια.
Εκεί στα ανοιχτά του Μυρτώου.
Στα στενά του Καφηρέα.
Στα στενά του Μαγγελάνου.
Μια αναπνοή απ την αγάπη.





Άγνωστος παραλήπτης

Άνοιγα το γράμμα σου εκεί, ανάμεσα στα άγρια βράχια και τα μουλιασμένα φύκια απ τον αφρό της χειμωνιάτικης θάλασσας.
Πλάτη στα ανταριασμένα κύματα και στα σφυρίγματα του άνεμου.
Προστάτης χειρογράφου.
Οι πρώτες λέξεις, πικρές, αλλοίωναν τα δακτυλικά μου αποτυπώματα.
Κι ο φάρος δίπλα μου, κάτασπρος, ψηλός, με το κρυστάλλινο καύκαλο στην κορυφή του, περιστρεφόταν αδιάφορος σε χρόνους και εποχές.
Αγέρωχος στην δύναμη του Ποσειδώνα.
Σταμάτησα να διαβάζω.
Άφησα το βλέμμα να αιωρηθεί στο μέλλον.
Δυσοίωνο.
Φτάνουν πια οι ζωές των άλλων γύρο μου. Με κούραζε αυτός ο ανελέητος, αποστειρωμένος μικρόκοσμος.
Σφραγίδα ταχυδρομείου. «Άγνωστος παραλήπτης».
Ας γερνούσα μόνος.





Χριστούγεννα 1964

Ίδρωνα κρυμμένος πίσω από τα καδρόνια του μισογκρεμισμένου τοίχου. Κρατούσα ένα colt εξάσφαιρο και με τεντωμένο βραχίονα σημάδευα αλαλάζοντες ινδιάνους. που μας κύκλωναν απειλητικά επάνω σε άγρια άλογα. Βέλη σφύριζαν δίπλα μου. Κοίταξα τον παιδικό μου φίλο στην άλλη άκρη του χαλάσματος. Έμοιαζε απογοητευμένος., εξασθενημένος. Άνιση η μάχη με πλήθος ινδιάνων που διαρκώς μεγάλωνε. Και εμείς μόνοι, χαμένοι κάπου στην άγρια δύση. Μου έκανε νόημα να κοιτάξω εκεί.
- Επάνω ρεεε!
Σταμάτησαν οι εκκωφαντικοί πυροβολισμοί, κόπασε το ποδοβολητό.
Εκεί!.. μου έδειχνε με την κάνη της ψεύτικης καραμπίνας
Σήκωσα το κεφάλι.

-…επιτέλους τελειώστε το παιχνίδι πια. Βιαστήκατε να ανοίξετε τα χριστουγεννιάτικα δώρα σας.
Μαζευτείτε… αύριο ξημερώνουν Χριστούγεννα.

Ένα χαμόγελο κρεμόταν απ το παράθυρο της μικρής κουζίνας.
Κοιταχτήκαμε.
Καλά Χριστούγεννα παλιέ μου φίλε.





Letztes Spiel

Μέσα στη μικρή περιοχή η μπάλα σε ακολουθούσε ερωμένη που κρεμιέται, παρακαλώντας για το μέλλον της σχέσης, κι εσύ κοιτάς εμπρός , διευρύνοντας την προοπτική προς τα άσπρα δοκάρια, που όλο μεγαλώνουν.
Καλπάζεις με σπασίματα κι αναβράζουσες, διαφραγματικές ανάσες, υπολογίζοντας την ταραχή του τερματοφύλακα.
Κλειδώνεις την αγωνία του, Γιώργο Ν.
Καλπάζεις αριστερά, Γιώργο Ν.
Κι έφυγε η βολή από το πονεμένο, μισοκατεστραμένο μεγάλο δάχτυλο.
Σαν να έτρεξε μια λάβα στη Πομπηία, στοιχειωμένη, ζεστή κι απρόσμενη, που τους άφησε για πάντα ευτυχείς κι ονειροπόλους. Βουή σεισμού που αιωρείται τσαχπίνικα πάνω από σπίτια, δρόμους και προδομένες συζυγικές κλίνες, τα απογεύματα της Κυριακής σε παγωμένα γερμανικά γήπεδα.
Κρατάς τα μαλλιά σου. Λυγίζεις τα γόνατα, κοιτώντας απεγνωσμένα ένα τυχαίο ταξιδιάρικο συννεφάκι στον ουρανό, Γιώργο Ν.

Γάτος μικρός.

Γάτος μικρός με μάτια πράσινα και σώμα λάστιχο, εμφανίζεται στα πόδια μου απρόσκλητος. 
Ουρά σπαθί, φωνή μωρού. 
Μεγαλώνει μαζί μου. Αγάπη, παιχνίδια και ύπνος. 
Ζωή χαρισάμενη σε αυλές και καναπέδες. 
Επιστρέφει κάποια μέρα κατηφής. 
Δυο μέρες ακίνητος. Άγαλμα. Σύγκρυο. 
Ανάσες βαριές και μάτια τρομαγμένα. 
Στόμα μισάνοιχτο, δύσκολες αναπνοές, μάτια ικετευτικά. 
Κάτι σαν βοήθεια στην γλώσσα των γάτων. 
Γιατροί , νοσοκόμοι, εξετάσεις , ακτινογραφίες. Κλάματα. 
Ο θάνατος σφήνωσε μια σφαίρα ανάμεσα καρδιά και διάφραγμα. 
Ο θάνατος είναι γείτονας που παίζει σφαίρες κομπολόι, προσμετρώντας στην ανυπαρξία του, θανάτους μικρών γάτων. 
Ο θάνατος μένει δίπλα μου. 
Τα πρωινά μου λέει χαμογελαστός, ενοχικές καλημέρες. 
Χθες, τα νύχια μου μεγάλωσαν ξαφνικά. 
Δυο σουβλεροί κυνόδοντες, προεξέχουν κυρτοί, στα χείλη μου. 
Και βλέπω πια, πολύ καλά στα σκοτεινά.








Πιο ψηλά.

Κρατούσε τον σπάγκο ενός πολύχρωμου χαρταετού. Κι ας μην ήταν καθαροδευτέρα.
Του άρεσε να τον σηκώνει στην απεραντοσύνη του ουρανού.
Ξέφευγε στο τεράστιο και στο ατελείωτο.
Ζούσε μέσα του το Θεϊκό άπιαστο άπειρο.
Ένοιωθε στα μικρά του δάχτυλα την ένταση των μικρών ανέμων και των ταξιδιάρικων νεφών. Ονειρευόταν ένα ταξίδι χωρίς σύνορα, χωρίς ανάπαυλες.
Ατελείωτο.
Δεν ήξερε την γεύση της πίκρας κι ας μην την μάθαινε ποτέ.
Κι άφηνε να ξετυλίγεται ο λεπτός, δυνατός σπάγκος, που ένωνε την καρδία του με το γαλάζιο τόξο της φύσης.
Ανάβλυζε μέσα του η χαρά, θυμάρι αλάτι κι αγριολούλουδο.
Ταξίδευαν το μυαλό και τα μάτια μέσα στα στριφογυρίσματα του παιγνιδιάρικου χαρταετού του. «Πέτα αετέ μου, πέτα!..» Να πετάξει και η καρδιά του παιδιού πιο ψηλά





Προβολείς στη νύχτα.



Ένα μισάνοιχτο παράθυρο να μην ξεχειλίσει έξω ελεύθερα ο φόβος σου.

Δυο μάτια που γυάλιζαν καθρεφτίζοντας τα κάτασπρα δόντια σου.

Ένα ουράνιο τόξο να δαγκώνει τον ψίθυρο των μικρών λέξεων που ανάσαιναν την ανάσα σου.

Δυο κρίκοι χρυσίζοντας στα περαστικά φώτα των βιαστικών οδηγών να τρεμοπαίζουν απ το βάρος των σκοτεινών πεύκων. Δυο παλάμες αγκάλιαζαν ορίζοντες που χαμήλωναν προσεκτικά πίσω απ το φθινόπωρο, να μην τρομάξουν τα αστέρια.

Μικρά φτερά που άνοιγαν σαν δικάταρτο σε άγνωστα νερά.

Δυο όνειρα που χαράχτηκαν απ τα κλειστά βλέφαρα όταν η απόδραση σαν σκιά, κρυβόταν στο συρματόπλεγμα παρελθόντων σεισμογενών χρόνων.

Μακρά φωνήεντα κύκλωναν κάστρα και πανοπλίες.

Το κλειδί που προσπάθησε να γυρίσει τον χρόνο ανάποδα καρφωνόταν στις ακτίνες της πανσελήνου.

Δυο προβολείς κι ένας Οκτώβριος.