Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να αναρωτηθώ αν αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα η αν ήταν απλά ένας επιθετικός προσδιορισμός.
Γεωγραφικός προσδιορισμός ενός ονόματος. Μιας καταγωγής.
Πολλά χρόνια μετά, αυτό που ίσως τότε είχε περιορισμένη χρήση σαν λέξη, είχε γίνει πια καθομιλουμένη.
Μετά την ένωση των Γερμανιών η λέξη οσσυς προσδιόριζε τους κατοίκους της πρώην ανατολικής Γερμανίας, ως παράγωγο της έννοιας OST, δηλαδή ανατολικά.
Και φυσικά όλοι οι όσσυς, ονόμαζαν βέσσυς, όλους τους δυτικούς, ως παράγωγο της λέξης WEST, δηλαδή δυτικά.
Εγώ πάντως Οσσυ τον άκουγα και Όσσυ τον φώναζα όλα τα χρόνια της συναναστροφής μας μέσα στην τεράστια αποθήκη των εμπορευμάτων της αεροπορικής εταιρείας στο αεροδρόμιο του Βερολίνου.
Μια αποθήκη χωρισμένη σε νοητά δωμάτια γύρω γύρω στο συρμάτινο πλέγμα που την ξεχώριζε από άλλες εταιρίες. Γειτονικές. Δεν ήταν και πολλές. Μια γαλλική και μια εγγλέζικη. Και η δικιά μας η παν - αμ.
Πάνω στο πλέγμα υπήρχαν μικρά μπλε ταμπελάκια με τις ονομασίες τον αεροδρομίων που κάποια εμπορεύματα έπρεπε να πάνε.
Αλλού η Φρανκφούρτη αλλού το Μόναχο η το Αμβούργο. Και εκεί μπροστά από το κάθε ταμπελάκι μαζεμένα μικρά και μεγάλα εμποροκιβώτια με ένα μεγάλο αυτοκόλλητο επάνω που έλεγε τον αποστολέα τον παραλήπτη και τον τελικό προορισμό φυσικά.
Όλοι μαζί, Γερμανοί και Έλληνες που δούλευαν εκεί, είχαν σκοπό την σωστή φόρτωση των σωστών εμπορευμάτων στο σωστό αεροσκάφος που θα έφευγε για τον επόμενο προορισμό του.
Μέσα σε όλους αυτούς και ο Όσσυ. Ένας Γερμανός καμιά 40αριά χρονών, δυνατός στη δουλεία και στο ποτό. Ακόμα κι αν είχε την πρώτη πρωινή βάρδια. Όλοι ξεκινούσαν με κάποιο είδος πρωινού να αντέξουν στο κουβάλημα ξεκουβάλημα. Αλλά και στο κρύο. Έμπαζε εκεί μέσα.
Όταν το χιόνι έξω αραδιαζόταν στον ανοιχτό τόπο του αεροδρομίου και ξάσπριζε εμπορεύματα αεροπλάνα κι ανθρώπους, ε τότε μια δύναμη απ ένα πρωινό ψωμάκι, πασαλειμμένο με βούτυρο και κάνα δυο φέτες σαλάμι από πάνω, το χρειαζόσουν. Ο Όσσυ το συνόδευε πάντα και με κάνα δυο μπυρίτσες. Άντε τρεις. Και το καμάρωνε κιόλας.
"Πρωτεΐνες εσείς με τα ψωμάκια σας , πρωτεΐνες και γω με τις μπύρες μου", έλεγε. Καθαρά πράγματα. Βύνη λυκίσκος και κριθάρι. Φυσικά προϊόντα.
"Πρωτεΐνες εσείς με τα ψωμάκια σας , πρωτεΐνες και γω με τις μπύρες μου", έλεγε. Καθαρά πράγματα. Βύνη λυκίσκος και κριθάρι. Φυσικά προϊόντα.
Και τα καλοκαίρια με την αποπνικτική ζέστη των τσιμεντένιων κτηρίων, την υγρασία και την βαριά οσμή της κηροζίνης πάλι ο Όσσυ ξεδιψούσε με μερικά κρύα κουτάκια μπύρας.
Εμείς φοιτηταριό, ψάχναμε μεροκάματα να μισογεμίσουμε καμιά τσέπη για τα καθημερινά έξοδα μας δεν μπαίναμε στη λογική του.
Το κρίναμε γενικά κι απρόσωπα.
Γερμανικά καμώματα και ιδιοτροπίες λέγαμε.
Χρόνια στο αεροδρόμιο ο Όσσυ. Ζούσε κι ανάπνεε εκεί. Σε όλες τις βάρδιες . Ό,τι πρόσταζε η δουλειά. Και πρωινά και βραδινά και μεσημεριανά. Αλλά τα κουτάκια της μπύρας είχαν μια καλή θέση μέσα στη τσάντα του, όταν ερχόταν στη δουλειά.
Κάποιο Σαββάτο με κόντρα χιονιά έξω και πολλά μείον, έτυχε να είμαστε μαζί. Κουβάλησε μια πίκρα εκείνη την ημέρα. Την έφερε μαζί του στη τσάντα με τις μπύρες. Τον έκοβα να έχει παραδώσει όλες τις δυνάμεις του, στο πως θα ξεχάσει όσα τον παίδευαν – οποία κι ήταν αυτά- με το να ανοίγει συνεχώς νέα μπύρα.
Του είπα, δεν είσαι για πολλά πολλά σήμερα άστα θα τα κάνω εγώ.
Κάθισε εσύ εδώ και μην το παρακάνεις με τις μπύρες μπας και φάμε κανένα κοντρόλ απ την διοίκηση κι έχεις μπελάδες.
Κάθισε εσύ εδώ και μην το παρακάνεις με τις μπύρες μπας και φάμε κανένα κοντρόλ απ την διοίκηση κι έχεις μπελάδες.
Και κάθε που έσκαγε νέο αεροπλάνο πήγαινα εγώ και ξελάσπωνα τα λίγα σαββατιάτικα εμπορεύματα. Μετά γύριζα πάλι στο δωματιάκι των εργαζομένων περιμένοντας το επόμενο στα ζεστά.
Ο Όσσυ είχε κοκκινίσει εμφανώς, τα μάτια του χάνονταν σε κάποιες μακρινές σκέψεις αλλά έδειξε κι ενδιαφέρον για κουβέντα ίσως από υποχρέωση που εγώ έτρεχα και για αυτόν.
«γονείς έχεις»? ήρθε η πρώτη ερώτηση εκεί που νόμιζα ότι δεν θα ακούμε, παρά μόνο το κράτς απ το άνοιγμα της επόμενης μπύρας και το ξεφύλλισμα μιας κιτρινοφυλάδας στα κουτουρού…
«έχω!»
«… και του βλέπεις;. Τους συναντάς; »
«… ναι τους βλέπω. Όποτε πάω στη Ελλάδα βέβαια…»
«Τυχερός είσαι. Εγώ δεν τους βλέπω!»
Και κούνησε το κεφάλι δείχνοντας με κάποιο τρόπο μια κατεύθυνση προς την ανατολή. Σήκωσε και το χέρι με το κουτάκι της μπύρας να τρέμει για να επιβεβαιώσει την κατεύθυνση. Ανατολικά.
«έμειναν πίσω, από το 61 έχω να τους δω.. από το τείχος και μετά.»
Δεν ήξερα αν βούρκωνε η αν απλά είχε κοκκινίσει από την μπύρα.
Τσαλάκωσε το κουτάκι με την χερούκλα και το μάζεψε απ το τραπέζι για να είναι όλα «ζάουμπερ». «Καθαρά».
Η αιώνιες αρετές των Γερμανών με την καθαριότητα δεν χάνονται ούτε και μετά από πολλά κουτάκια μπυροποσιας.
Η αιώνιες αρετές των Γερμανών με την καθαριότητα δεν χάνονται ούτε και μετά από πολλά κουτάκια μπυροποσιας.
«... τους είδα ένα πρωί, πολύ πρωί, αυγουστιάτικη μέρα, ζέστη και υγρασία παντού, να καβαλάνε κουλούρες από στρατιωτικά συρματοπλέγματα με καμιόνια.
Τα πέταγαν δυο δυο, τρία τρία, σε κάποιες γωνίες των δρόμων και υποψιάστηκα περίπου τι συμβαίνει.
Τα πέταγαν δυο δυο, τρία τρία, σε κάποιες γωνίες των δρόμων και υποψιάστηκα περίπου τι συμβαίνει.
Όλοι το ξέραμε ότι κάτι ετοίμαζαν.
Μετά μαζεύτηκαν εργάτες και στρατιώτες κι άρχισαν να κλείνουν περιοχές και δρόμους. Έτσι μπουλούκια έκλειναν τα πάντα, με φωνές κι επαναστατικά τραγούδια. Ποιος να τολμήσει να ρωτήσει.
Κι αν ρωτούσε η απάντηση ήταν κλείνουμε την πόρτα στους προδότες του λαού μας.
Μετά μαζεύτηκαν εργάτες και στρατιώτες κι άρχισαν να κλείνουν περιοχές και δρόμους. Έτσι μπουλούκια έκλειναν τα πάντα, με φωνές κι επαναστατικά τραγούδια. Ποιος να τολμήσει να ρωτήσει.
Κι αν ρωτούσε η απάντηση ήταν κλείνουμε την πόρτα στους προδότες του λαού μας.
Έβλεπα απ την άλλη μεριά να μαζεύονται άνθρωποι και να μένουν σαστισμένοι με όσα συνέβαιναν.
Μας χώριζαν. Εγώ από εδώ και οι άλλοι πίσω απ το συρματόπλεγμα.
Στον ίδιο δρόμο που περνούσαμε κάθε μέρα.
Μας φώναζαν οι απέναντι… πηδήξτε το σύρμα Ελάτε από δω …και μεις σαστισμένοι βλέπαμε τις κάνες των δικών μας φαντάρων να μας σημαδεύουν.
Μην και τολμήσουμε.
Μας χώριζαν. Εγώ από εδώ και οι άλλοι πίσω απ το συρματόπλεγμα.
Στον ίδιο δρόμο που περνούσαμε κάθε μέρα.
Μας φώναζαν οι απέναντι… πηδήξτε το σύρμα Ελάτε από δω …και μεις σαστισμένοι βλέπαμε τις κάνες των δικών μας φαντάρων να μας σημαδεύουν.
Μην και τολμήσουμε.
Και οι χτίστες έστηναν τα σύρμα σε πασσάλους. Μια γραμμή από συρματόπλεγμα έκλεινε σιγά σιγά δρόμους, ανθρώπους και κτήρια.
Ακούστηκαν λίγοι πυροβολισμοί μερικά στενά πιο κάτω. Λουφάξαμε. Έτρεξα σπίτι. Το και το. Μάνα, πατέρα κάτι συμβαίνει! μας κλείνουν μέσα τι θα κάνουμε;
Καμιά έκπληξη στα πρόσωπα τους. Σχεδόν το περίμεναν.
Τσίτωσαν μάτια και χείλια. Μια βρισιά του πατέρα στον αέρα κι ένα δάγκωμα στα χείλια της μάνας μου. Στάθηκε όρθια μπροστά μου και μου λέει..να φύγεις!.
Να φύγεις, μου λέει. Τρέχα βρες κάπου που να μπορείς και φύγε.
Το περιμέναμε.
Εσύ να σωθείς. Κάτι θα κάνουμε και εμείς.
Εσύ να φύγεις όμως!.
Τσίτωσαν μάτια και χείλια. Μια βρισιά του πατέρα στον αέρα κι ένα δάγκωμα στα χείλια της μάνας μου. Στάθηκε όρθια μπροστά μου και μου λέει..να φύγεις!.
Να φύγεις, μου λέει. Τρέχα βρες κάπου που να μπορείς και φύγε.
Το περιμέναμε.
Εσύ να σωθείς. Κάτι θα κάνουμε και εμείς.
Εσύ να φύγεις όμως!.
Μου κόλλησε λίγα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα στο χέρι. Δυο ρούχα. Ένα κομμάτι ψωμί . Φύγε, φώναζε φύγε, θα έρθουμε και εμείς κι μάζευε με το μανίκι της μύξες και δάκρυα. Φύγε!. Πέρνα απέναντι. Ούρλιαξε και με έσπρωξε. Πρόσεχε και θα βρεθούμε.
Κοντοστάθηκα. Με έσπρωξε με μανία να φύγω.
Έτρεξα μέσα στο πλήθος, είχαν ξυπνήσει, είχαν ακούσει. Ένας ποταμός τρελαμένων έτρεχε προς κάθε δρόμο που πίστευε ότι μπορούσε ακόμα να περάσει. Κάποιοι ονόμαζαν δρόμους που ακόμα δεν είχαν κλείσει, κάποιο άλλοι έλεγαν έξω απ την πόλη προς τα ανατολικά προάστια είναι πιο εύκολα.
Η δαγκάνα έκλεινε σιγά σιγά. Οι απέναντι σαστισμένοι με τα χέρια στο στόμα δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που συνέβαινε. Άγγιζαν τα συρματοπλέγματα άλλοι με κλάματα, άλλοι με κατάρες και φωνές.
Και οι κομματικοί, οι από εδώ, οι «δικοί μας» με τραγούδια και χαμόγελα κι απειλές άπλωναν μέτρο το μέτρο το συρματόπλεγμα κλείνοντας κάθε δίοδο. Σήκωναν πανό με σύμβολα και συνθήματα. Τραγουδούσαν και μας έζωναν. Έζωναν την εδαφική τους ακεραιότητα. Τον σοσιαλισμό. Τα ιδεώδη τους.»
Έτρεξα μέσα στο πλήθος, είχαν ξυπνήσει, είχαν ακούσει. Ένας ποταμός τρελαμένων έτρεχε προς κάθε δρόμο που πίστευε ότι μπορούσε ακόμα να περάσει. Κάποιοι ονόμαζαν δρόμους που ακόμα δεν είχαν κλείσει, κάποιο άλλοι έλεγαν έξω απ την πόλη προς τα ανατολικά προάστια είναι πιο εύκολα.
Η δαγκάνα έκλεινε σιγά σιγά. Οι απέναντι σαστισμένοι με τα χέρια στο στόμα δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που συνέβαινε. Άγγιζαν τα συρματοπλέγματα άλλοι με κλάματα, άλλοι με κατάρες και φωνές.
Και οι κομματικοί, οι από εδώ, οι «δικοί μας» με τραγούδια και χαμόγελα κι απειλές άπλωναν μέτρο το μέτρο το συρματόπλεγμα κλείνοντας κάθε δίοδο. Σήκωναν πανό με σύμβολα και συνθήματα. Τραγουδούσαν και μας έζωναν. Έζωναν την εδαφική τους ακεραιότητα. Τον σοσιαλισμό. Τα ιδεώδη τους.»
Μονορούφι η μπύρα. Άσπρο πάτο τα λόγια του. Έκλαιγε πια.
Εγώ βουβός σαστισμένος κι εκστασιασμένος.
Μου έσπρωξε ένα κουτάκι… το'πιασα. Κρύο. Σαν την ανάσα μου τα ακροδάχτυλα μου και το μυαλό μου.
Μου έσπρωξε ένα κουτάκι… το'πιασα. Κρύο. Σαν την ανάσα μου τα ακροδάχτυλα μου και το μυαλό μου.
Είχε όμως να βγάλει πολλά ακόμα. Δεν ρώτησα , δεν τον σταμάτησα.
« .. με το ψωμί στο χέρι κι ο ιδρώτας να στάζει έτρεχα κόντρα στο κόσμο ψάχνοντας να δω που θα έβρισκα ένα μέρος μπόσικο. Να είναι ακόμα ανοιχτό.. Τίποτα. Ακούω πίσω μου μια φωνή ενός φίλου να τρέχει με το ποδήλατο και να μου λέει …όχι προς την πύλη του Βρανδεμβούργου όχι… είναι κλειστά από χθες αργά το βράδυ έλα μαζί … Σαλτάρω στο ποδήλατο... φτάσαμε κατά το Νόι-κέλλν.
Παντού καμιόνια του στρατού να ρίχνουν συρματοπλέγματα για τους εργάτες .
Λιγόστευε ο κόσμος αλλά όχι τα συρματοπλέγματα. Φτάσαμε πίσω από ένα παρατημένο μισογκρεμισμένο κτίσμα. Πετάξαμε το ποδήλατο κι ορμήσαμε στην άλλη πλευρά του δρόμου πάνω από πέτρες ξύλα και σπασμένα γυαλιά. Τοίχο τοίχο .
Δεξιά μας είχαν αρχίσει να απλώνουν συρματόπλεγμα.
Γυρίζει ο Μάνφρεντ και μου λέει. "Η τώρα η ποτέ .. θα έρθεις;"
Γυρίζει ο Μάνφρεντ και μου λέει. "Η τώρα η ποτέ .. θα έρθεις;"
Μπροστά μας λίγα πεταμένα συρματοπλέγματα και μερικά τσιμεντένια μπλοκ έτοιμα για στήσιμο. Κάποια είχαν ήδη στηθεί κλείνοντας την Χάρτζερστρασσε.
Λίγοι φαντάροι κάπνιζαν. Έκλειναν το κομμάτι που ήταν ακόμα ανοιχτό, γελούσαν και μιλούσαν με τους δυτικούς που είχαν μαζευτεί και εκεί με τα χέρια πίσω, με απορία, περιέργεια.
Θα μας ρίξουν άραγε αν το τολμήσουμε;. Κοντοστάθηκα. Πέρναγαν απ το μυαλό μου πολλά. Θυμόμουν την μάνα μου να με σπρώχνει… φύγε εσύ φύγε… θα βρεθούμε μετά .. φύγε.
Λέγε θα έρθεις; Με ταρακούνησε το χέρι του Μάνφρεντ. Η τώρα η ποτέ! Εγώ πάω … και δίνει μια και αρχίζει να τρέχει δαιμονισμένα προς το άνοιγμα. Γυρίζουν οι φαντάροι με τις κάνες μπροστά φωνάζοντας Σταμάτα. Θα ρίξουμε. Σταμάτα προδότη.
Αέρας ο Μάνφρεντ περνά ανάμεσα τους, δεν πρόλαβαν να καταλάβουν, πως με ένα πήδο, δρασκέλισε τα πεταμένα αγκαθωτά συρματοπλέγματα και τα τσιμεντένια μπλοκ. Έπεσε μέσα στους δυτικούς που τον κάλυψαν με τα σώματα τους και τον τραβούσαν σαν σακί να τον κρύψουν.
.........................
Έτρεμαν τα πόδια μου. Σκοτείνιασε γύρο μου. Άκουγα τα λόγια του.
Η τώρα η ποτέ. Πήρα μια ανάσα και όρμισα προς τους απασχολημένους φαντάρους και τεχνίτες.
Τους άκουσα ξαφνιασμένους να φωνάζουν ξανά, σταμάτα. Ότι θα ρίξουν. Κάπου μακριά τους άκουγα. Σαν να ήταν μακριά μου, πολύ μακριά μου.
Την καρδιά μου άκουγα μόνο, να χτυπά στα αυτιά μου.
Και μέσα μου, πολύ μέσα μου μια φωνούλα ψιθύριζε "σκατά στα μούτρα σας κωλόπαιδα"
Πήδηξα το σύρμα που ακόμα δεν είχε στηθεί.
Βρέθηκα απέναντι ανάμεσα σε μια ομάδα ανθρώπων που δεν ήξερα.
Και έμεινα εκεί...μπρούμυτα στο πλακόστρωτο.»
Την καρδιά μου άκουγα μόνο, να χτυπά στα αυτιά μου.
Και μέσα μου, πολύ μέσα μου μια φωνούλα ψιθύριζε "σκατά στα μούτρα σας κωλόπαιδα"
Πήδηξα το σύρμα που ακόμα δεν είχε στηθεί.
Βρέθηκα απέναντι ανάμεσα σε μια ομάδα ανθρώπων που δεν ήξερα.
Και έμεινα εκεί...μπρούμυτα στο πλακόστρωτο.»
Άπλωσε τα χέρια του μπροστά στο τραπέζι όπως ήταν καθιστός . Παράλληλα. Έσκυψε το κεφάλι μέχρι το τραπέζι ανάμεσα στα απλωμένα χέρια του. Είδα την πλάτη του να γεμίζει με μια ανάσα τεράστια που βγήκε σε λίγο σαν ένα βουητό μονομιάς, από το κρυμμένο στόμα. Σαν κατάρρευση μετά την προσευχή.
Μεγάλο Σάββατο εκείνο το Σάββατο για μένα. Η πικρή ιστορία του Όσσυ μέσα σε μια ανάσα και μερικές μπύρες. Μια μικρή χρονική στιγμή σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία κρεμασμένη στα κάδρα της μνήμης του. Στο πετσί του. Ένα στεφάνι από συρματόπλεγμα.
..."Δεν τους ξαναείδε από τότε" ειπε και έμεινε ετσι με απλωμένα χέρια και κρυμένο πρόσωπο, πάνω στο τραπέζι.
Εξω χιόνιζε ατάραχα.
Το τείχος είχε πια ύψος περί τα τρία μέτρα. Μονομπλόκ τσιμεντένιο. Αδιαπέραστο από ανθρώπους. Που και που κάποιες εξέδρες ξύλινες, σου έδιναν μια εικόνα του «απέναντι».
Μια νεκρή ζώνη. Με οδοφράγματα και σύρματα.
Με αυτόματα πολυβολεία. Με νεκρά άδεια σπίτια που έτυχε να βρεθούν κοντά στο συρματόπλεγμα και δεν μπόρεσαν να το δρασκελίσουν.
Μόνο μέσα, αρκετά μέσα, διέκρινες μια ζωή να περνά, να ανασαίνει δήθεν αδιάφορα, κάτω από τις ατέλειωτες φλαμουριές που το άρωμα τους είχε διακοπεί βίαια εκείνο το αυγουστιάτικο πρωινό του 1961.
Η μέρα ξεχάστηκε. Τα χιόνια έλειωσαν και το επόμενο καλοκαίρι έδειχνε να έχει βιασύνη κι ορμή. Η κουβέντα μας είχε λήξει εκείνο το Σαββάτο με το σχόλασμα της βάρδιας. Ο Όσσυ δούλευε και έπινε. Τον έβλεπα σπάνια.
Μόνο αν τύχαινε να ταιριάξουν οι βάρδιες μας.
Μόνο αν τύχαινε να ταιριάξουν οι βάρδιες μας.
Κάποτε έμαθα ότι έπεσε από ένα μικρό όχημα μεταφοράς εμπορευμάτων μέσα στην αποθήκη, χτύπησε, τον μάζεψαν αιμόφυρτο. Νοσοκομείο. Αποτοξίνωση και επιστροφή στη δουλειά, μετά από αναγκαστική άδεια.
Τον είδα ξανά μαυρισμένο και χωρίς ίχνος αλκοόλ στο αίμα και με καμάρι έδειχνε φωτογραφίες από την Ελλάδα. Διακοπές οικογενειακές. Γυναίκα και κόρη.
Μπικίνια. Γυαλιά ηλίου. Ψαθάκια. Πέδιλα. Κύματα γαλάζια. Κρήτη.
Μπικίνια. Γυαλιά ηλίου. Ψαθάκια. Πέδιλα. Κύματα γαλάζια. Κρήτη.
Σκύβει και μου λέει μ ένα χαμόγελο να.
«αλλά τα καλύτερα τώρα έρχονται.»
«ελααα!»
Αγωνιώ.
«Πες ρε συ Όσσυ!.»
« σε κάνα μήνα έρχονται οι γονείς μου. Για πάντα.»
Με είχε στείλει. Δεν έμοιαζε να έχει πιει, αλλά μήπως είχε;. Τι μου έλεγε άραγε; πώς να είναι δυνατόν αυτό;.
«… βγήκαν σε σύνταξη και ζήτησαν διαβατήριο. Υπέγραψαν ότι αποποιούνται της σύνταξης για να μπορέσουν να φύγουν… μόνο έτσι θα μπορούσαν. Ένας μήνας φίλε. Έρχονται τα γερόντια μου!»
Πετούσε απ την χαρά του. Θα το έβλεπε και τυφλός ακόμα.
«… στην Αμέρικα θα τους πάω. Θα δεις.»
Το ανακοίνωνε σε γνωστούς και αγνώστους.
Όλοι πια μέσα στην ψηλοτάβανη αποθήκη, με τις μεγάλες καφέ ημιδιάφανες πόρτες και τα απλωμένα μικρά και μεγάλα χαρτοκιβώτια, ανάμεσα σε ξύλινες παλέτες και μεταλλικά κοντέινερ, ανάμεσα σε ηλεκτρικούς φορτωτές και μικρά μπλε καροτσάκια μεταφοράς, ήξεραν την μεγάλη προσμονή του Όσσυ.
Όλοι οι εργαζόμενοι εκεί είχαν μια ιδιαίτερη απολαβή από την αεροπορική εταιρία. Ελεύθερα εισιτήρια για όλο τον κόσμο αν βέβαια υπήρχαν κενές θέσεις με αντίτιμο ένα μικρό, ασήμαντο, συμβολικό ποσό.
Τους καλοδέχτηκε ο Όσσυ τους γέροντες κάποια μέρα στο δυτικό Βερολίνο και έβαλε αμέσως το σχέδιο σε εφαρμογή.
Η Αμερική τους περίμενε. Φλόριντα. Καλοκαίρι. Ήλιος και ωκεανός.
Τα υπόλοιπα έγιναν σχεδόν με την γρηγοράδα που είχε πηδήξει κάποτε τα συρματοπλέγματα.
Μακρύ ταξίδι και ελεύθερα ποτά. Η άνεση της χαράς ενός ταξιδιού στην άλλη άκρη του ατλαντικού. Δίπλα του τα γεροντάκια που δούλεψαν τόσα χρόνια για ένα αντάλλαγμα. Να χαρίσουν τα δικαιώματα της σύνταξης τους, σε εκείνους που κάποτε τον κράτησαν με το ζόρι πίσω από υψωμένα τείχη.
Για ένα φευγιό.
Μια ανάσα ελευθερίας.
Για ένα φευγιό.
Μια ανάσα ελευθερίας.
Πόσο κόστος να έχει άραγε η ελευθερία;. Δυο συντάξεις;. Ένα εισιτήριο δωρεάν για Φλόριντα;.
Είμαι σίγουρος ότι η μάνα του, του έλεγε να μην πίνει τόσο μέσα στο αεροπλάνο.
Σίγουρα θα το έλεγε. Δεν την άκουσε αυτή την φορά.
Έπινε.
Έπινε.
Και όταν άνοιξε η πόρτα του αεροσκάφους στην απόπνιξη της Tampa, όταν η ζέστη και η υγρασία του τροπικού συνάντησε το αλκοόλ στο αίμα του Όσσυ, τον καλωσόρισε με ένα εγκεφαλικό.
Σωριάστηκε στη σκάλα .
Τον μάζεψαν οι Αμερικανοί. Θάλαμοι εντατικής θεραπείας.
Φωτογραφία γερόντων. Αλλοπαρμένων. Ανυποψίαστων.
Μόνων και έρημων σε άγνωστες πολιτείες.
Σωληνάκια και συσκευές υποστήριξης αναπνοών.
Έτρεξαν διευθυντές και προϊστάμενοι.
Να δουν τι συμβαίνει. Τι θα κάνουν.
Η εταιρεία έκανε όσο μπορούσε. Αλλά όλα έχουν ένα κόστος.
Και η ελευθερία και η αρρώστια.
Ο διευθυντής της αποθήκης, πίσω στο Βερολίνο, πήρε την γυναίκα του Όσσυ κάποιο πρωινό και έκαναν το ίδιο ταξίδι. Αμίλητοι.
Ο καθένας για άλλο λόγο.
Τον έκλαψε όσο μπόρεσε. Τι άλλο να έκανε. Ήταν ανάμεσα σε συρματοπλέγματα. Στέφανα αγκάθινα.
Της είπαν... "χαμένη υπόθεση".
Μπορείτε να τον σώσετε αν εσείς η ίδια με τα ίδια σας τα χέρια κλείσετε την συσκευή τεχνικής υποστήριξης της αναπνοής του.
Νομικά είστε καλυμμένη.
Έξαλλου σκεφτείτε και τα έξοδα που αν δεν μπορέσετε να καλύψετε δεν θα είστε νομικά καλυμμένη!.
Περικυκλωμένη από φοβίες κι ένα ετοιμόρροπο μέλλον.
Κοίταξε γύρω της. Μόνο ανασηκωμένους ώμους έβλεπε.
Ούτε ένας να ακουμπήσει για λίγο.
Είχε στα χέρια της την ανάσα του.
Φιλτραρισμένη από τα αλκοολούχα χνώτα.
Υπέροχα καθαρή. Αποστειρωμένη.
Φιλτραρισμένη από τα αλκοολούχα χνώτα.
Υπέροχα καθαρή. Αποστειρωμένη.
Κρυστάλλινη.
Κυριακή και η αποθήκη ειναι σε ελληνικά χέρια. Φοιτητικά μεροκάματα. Καλοπληρωμένα. Βάρδια βραδινή. Σκοτάδι. Να περάσει η ώρα να σχολάσουμε περιμένοντας μαζί με τον Δημήτρη τον Καβαλιώτη, το τελευταίο αεροπλάνο από Φρανκφούρτη.
Να φέρει δυο τρία πράγματα, να τα βάλουμε στη θέση τους, να κλείσουμε και να φύγουμε. Λίγο πριν τις δώδεκα.
Ακούμε την γνωστή κόρνα. Σημάδι πως έφτασαν.
Θα τα δέσουμε στο μικρό ηλεκτρικό αυτοκινητάκι να τα φέρουμε μέσα να μοιραστούν.
Δυσφορία. Λίγα περιμέναμε, κοντέινερ ήρθε..
"Το κέρατο μου μέσα". Σηκώνουμε μανίκια. Βιασύνη.
Μπροστά στο ανοιχτό κοντέινερ πολλά μικρά ελαφριά χαρτοκιβώτια. Ένα ένα στα καροτσάκια για μοίρασμα. Τσεκάρισμα. Αδειάζει σιγά σιγά. Επιτέλους αδειάζει.
Γυρίζω και βλέπω έναν Δημήτρη ωχρό.
Μέσα στο κοντέινερ σκυφτός, πάνω σε μια τεράστια και βαριά, δυσκολομετακινούμενη μακρόστενη ξύλινη παλέτα, με το χαρτί του τσεκαρίσματος και το στυλό να πέφτει απ το χέρι του.
Μέσα στο κοντέινερ σκυφτός, πάνω σε μια τεράστια και βαριά, δυσκολομετακινούμενη μακρόστενη ξύλινη παλέτα, με το χαρτί του τσεκαρίσματος και το στυλό να πέφτει απ το χέρι του.
Τον κατεβάσαμε με τσακισμένα βλέμματα
Βαρύ τούτο το φορτίο. Έπρεπε να μείνει σε μια γωνιά σαν ένα οποιοδήποτε τυπικό κιβώτιο.
Ίσως να τον κλάψανε εκείνη την νύχτα τα μεταλλικά χωρίσματα της αποθήκης.
Και η βουβή ηρεμία μιας πόλης που συνέχιζε απτόητη και ανυποψίαστη προς μια άλλη μεγάλη νύχτα.
Και η βουβή ηρεμία μιας πόλης που συνέχιζε απτόητη και ανυποψίαστη προς μια άλλη μεγάλη νύχτα.
Λίγα χρόνια μετά, την νύχτα της ενάτης Νοεμβρίου του 1989, από μια λάθος διατύπωση ενός κυβερνητικού εκπροσώπου της λαοκρατικής δημοκρατίας της Γερμανίας, μπροστά σε μέσα ενημέρωσης, το τείχος θα έπεφτε παταγωδώς, κάτω απ την ασφυκτική πίεση ενός κόσμου, που δεν ζητούσε τίποτα περισσότερο από το δικαίωμα του, να περπατάει ελεύθερος.



