Καλήμερα μικρή μου και καλή εβδομάδα. Άλλη μια εβδομάδα. Άλλη μια καλημέρα. Ξημερώνει τελικά κάθε μέρα. Απρόσμενα.
Το ξεχνάμε αλλά αυτό συμβαίνει.
Ξημερώνει η κάθε μέρα και παίρνει απουσίες.
Αυτός παρών, εκείνος παρών και κάποιος δεν απαντάει.
Ξαναρωτάει η μέρα. Φωνάζει το όνομά του και σηκώνει τα μάτια πάνω απ τα μικροσκοπικά γυαλιά να δει που ειναι άραγε. Και δεν ειναι κανείς να πει εδώ, να πει παρών.
"Βρε σεις..! Ησυχία πια, απουσίες παίρνω."
Χμ κάνει και τον τσεκάρει ως απόντα. Και συνεχίζει.
Μ αρέσει που σε νιώθω καλύτερα να φωνάζεις παρούσα.
Ελπίζω ότι δεν καλύπτεις τον πόνο σου, προσπαθώντας να μου δώσεις μια αίσθηση σαν να φοράς ένα τεράστιο ψάθινο καπέλο και ο αέρας να παίρνει μια γαλαζοκυανοκοκκινοροδίζουσα κορδέλα , σκιάζοντας πανέμορφες ματάρες, τονίζοντας κάποιες καμπύλες
γραμμές, θεικώς τε και επιμελώς συγκροτημένες σε ζεύγος.
Εισπράττω άδηλον εγκράτεια, ανεπιτυχούσα προσπάθεια έλεγχου των δυο μαύρων, μακριών και ευθέως ανατεμνόντων βλεφάρων να το παίξουν πάπιες.
Τηλεγραφικώς σου αναγγέλλω, προς γνώσιν, ότι σε τσάκωσα εχθές σε όνειρο.
Μολών λαβέ.
Ο Βρόγχος
Έβρεχε στη πόλη.
Οι αμέριμνοι περνούσαν με μουσκεμένες ομπρέλες απ την βιτρίνα του βιβλιοπωλείου χαζεύοντας τους νέους τίτλους χωρίς να με διακρίνουν στο σκοτεινό εσωτερικό του χώρου.
Έβρισα την στιγμή που αράδιασα τα νέα βιβλία εκεί.
Αν ήταν άδεια ίσως να με έβλεπαν!.
Κρεμόμουν μόνος με τα πόδια στον αέρα και την καρέκλα πεσμένη λίγο πιο δεξιά μου μπροστά από ένα μισάνοιχτο βιβλίο
- θα την φτάσω…έλα θα την φτάσω….σκεφτόμουν κρατώντας την θηλιά.
Μια ανεπαίσθητη κίνηση εμπρός - πίσω και λίγο στραβά προς τα δεξιά είχε αρχίσει.
Είχα ελπίδες αλλά έκοβα ανάσες.
Ξεφυλλίζονται τα βιβλία μόνα τους?
Προσπαθούσα...μετέωρος…. αναθεματισμένε τίτλε…
«Εύκολα δένεις εύκολα λύνεις.»
Η άκρη του παπουτσιού σχεδόν το άγγιζε.
Η βροχή και η σειρήνα ενός ασθενοφόρου ακουγόταν πνιχτά.
Έτσι νόμιζα?
Μερικά λεπτά αργότερα μέσα στην γλυκεία νοσταλγία όσων πέρασαν, λέω να βγούμε στο μπαλκόνι. Μόνοι μας. Αμίλητοι.
Σαν να βλέπουμε το μέλλον πίσω απ το τεράστιο φεγγάρι
Ο, τι σκεφτούμε εκείνη την στιγμή, θα γίνει εικόνες στο μυαλό μας.
Εικόνες πασπαλισμένες με χρυσαλιφούρφουρα διαρκείας.
Και οι άλλοι γύρω μας θα δίνουν φιλιά μ’ ευχές και πολύχρωμα πυροτεχνήματα, θα ζωγραφίζουν τον ουρανό.
Λευκά, κόκκινα, μπλε, ασημί… σαν πολύχρωμα χείλη χαμογελαστών γυναικών.
Και θα ξεκινά ένας ακόμα χρόνος.
Χαμογέλα μικρή…
Η ζωή τελειώνει σε κάποιο πολύ μακρινό αστέρι.
Χωρίς να ρωτά το πότε και το πως.
Έλα, χαμογέλα…
Μ’ ακούς?
Μα που είσαι μικρή μου ?
Γιατί δεν απαντάς?

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου