TOXOBO RADIO

ΝΕΟ ΦΟΡΕΜΑ.

Κάθισε απέναντι του όταν βγήκε από το μικρό κουζινάκι. Τράβηξε την καρέκλα προσεκτικά να μην κάνει θόρυβο, μάζεψε την ποδιά της γύρω από τα γόνατα κι έκατσε μαζεμένη με τα μάτια ριγμένα στα σχέδια του μωσαϊκού στο πάτωμα. Μετά κρέμασε τα πόδια της, αγκιστρώνοντας, τα μικρά επίπεδα τακούνια των λευκών  κακοβαμμένων παπουτσιών, στο μεσαίο οριζόντιο ξύλο της καρέκλας, και βάλθηκε να προσπαθεί να σφίξει την μικρή χρυσαφί αγκράφα του αριστερού παπουτσιού της. Πίσω της ένα ανοιχτό παράθυρο να βλέπει σε έναν μικρό κήπο με μια αγριολεμονιά  με μικρά γυαλιστερά φύλλα κι ένα άρωμα που ανακατευόταν με το ζεστό μεσημεριανό αεράκι, και  περνούσε και χάιδευε  μια σειρά από γλάστρες ολάνθιστες μια μια, πάνω σ ένα  τσιμεντένιο γείσο. Δίπλα στις γλάστρες, στα απομεινάρια ενός παλαιού συρματοπλέγματος, ανέβαινε αργά και επίμονα, ένα γιασεμί, με μικρά λευκά ανθάκια.

Μετά, ένας σκονισμένος χωματόδρομος με κάνα δυο σπίτια, ένα εδώ, ένα πιο πέρα. Στο ανάμεσο δυο μαυριδεροί, ηλιοκαμένοι  οικοδόμοι, στο γιαπί,  κάρφωναν μαδέρια στις τσιμεντένιες κολώνες, μια μαυροντυμένη γέρικη φιγούρα ανέβαινε τον δρόμο κι ο μπακάλης της γειτονιάς, με την άσπρη ποδιά περασμένη στο λαιμό του, κατέβαζε τα ρολά για μεσημέρι, με θόρυβο.

Παράτησε την χρυσάφι αγκράφα με ένα «ουφ πια.. ξεχαρβαλώθηκε κι αυτή» και έστρεψε τα μάτια της πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα τους. Κοίταζε τα απλωμένα τετράδια , κάνα δυο μολύβια, μια σβύστρα κι ένα κλειστό βιβλίο.

 «Αναγνωστικό ΣΤ’ Δημοτικού»

«Διαβάζεις γι αύριο; » τον ρώτησε. «δύσκολο το ποίημα ε;. Εγώ ακόμα δεν το διάβασα. Αργότερα. Είχα και την πρόβα… »

Ο άλλος έγνεψε ναι «δύσκολο είναι» και άνοιξε την σελίδα  ψευτοδιαβάζοντας μια γραμμή σαν μουρμούρισμα.

«αυτό είναι το ιερό πανί τα γαλανό και τ άσπρο…» 

Τα παράτησε και την κοίταξε με ερωτηματικό στα μάτια.

- σου ράψανε νέο φόρεμα μέσα; Κι έδειξε κατά την κουζινούλα.

- Ναι. Μου πήρε μέτρα η μάνα σου για τον αρραβώνα. Πλησιάζει ο καιρός.

Έδειχνε να ζεσταίνεται ξαφνικά. Κοκκίνισαν τα μάγουλά της, κοιτούσε μια στο πάτωμα ξανά, μια εκείνον φευγαλέα, ντροπιάρικα, μια την χαλασμένη αγκράφα..

- και οι εξετάσεις τον άλλο μήνα; Για το γυμνάσιο λέω. Δεν θα δώσεις εξετάσεις;

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της κοιτώντας τα μωσαϊκά. Πλατάγισε η γλώσσα της ανάμεσα από τα δόντια ένα «τσου», μισό βγήκε κι αυτό, σαν να έχασε τα μισά λόγια της μέσα στα κοκκινισμένα μάγουλά της,  σαν να γέμισε το στόμα ξαφνικά με σάλια κι άρχισε να ξεροκαταπίνει, τίναξε το κεφάλι πίσω, έκανε πως στρώνει την στέκα στα μαλλιά, κάτι την ενοχλούσε στο κεφάλι, έκανε να ξυστεί, φάνηκαν δυο δάχτυλα ισχνά με δαγκωμένα νύχια, φαγωμένα,  και η αγκράφα είχε πάλι φύγει από την θέση της. Σηκώθηκε απ την καρέκλα, «άντε πια αυτή η μάνα μου, ακόμα να τελειώσουν την κουβέντα μέσα, είναι και αργά και πρέπει να φάω, να διαβάσω...»

Χωρίς πείσμα τα έλεγε. Μια σιγανή φωνή, ένα παράπονο στο πουθενά, κανένας αποδέκτης. Μόνο ο εαυτός της ίσως να ήξερε. «…και αυτό το ποίημα είναι μεγάλο! Θα προλάβω;…»

Γύρισε προς το ανοιχτό παράθυρο με τα χέρια μαζεμένα μπροστά. Κοίταξε έξω εκεί στον άδειο δρόμο. Μόνο τα καρφώματα από τους ηλιοκαμένους οικοδόμους ακούγονταν μονότονα  και κάτι γελάκια από τις μανάδες τους, πίσω στο κουζινάκι.

- και μετά θα παντρευτείς; Δηλαδή, λέω, μετά τον αρραβώνα;!

Έβαλε τα χέρια στη μπλε ποδιά της, κοιτώντας τα δάχτυλά της λες και τα μετρούσε. Γύρισε προς το μέρος του σαν να μην είχε ακούσει τι την ρώτησε, σαν να ήταν χαμένη σε σκέψεις, το ποίημα ίσως;, ο αρραβώνας της;, ο γάμος;. 

Σαν να την βάραιναν αυτές οι έννοιες, σαν να μην είχε καμία απάντηση σε ολ’ αυτά, ίσως πάλι να τα έψαχνε μονή της, κάπου μέσα της, σαν κάπου να είχε χαθεί, κι είχε ένα φόβο, ένα βάρος, να της πλακώνει μυαλό και σωθικά. Σκεφτόταν την πρόβα, πριν, στο κουζινάκι… «σήκωσε το χεράκι σου Έλλη, ναι έτσι, κράτησέ το ένα λεπτό θα μου πάρει να σημειώσω»… « γιατί να ξέρεις το σωστό φόρεμα το κάνουν τα σωστά μέτρα ε;». Σκεφτόταν τα χαμογέλα και την χαρά της μάνας της να την βλέπει με τα κομμάτια ύφασμα επάνω της , σαν κουρέλια τα έβλεπε αυτή, αλλά δεν έλεγε τίποτα,  μόνο έκανε ότι της έλεγαν μάνα και μοδίστρα μαζί… άκουγε τις ερωτήσεις και τις αποκρίσεις, τα σχόλια.. « εμείς έτσι το συνηθίζουμε στο νησί μας.. τα τάζουμε τα κορίτσια μας από μικρά μικρά»  και να κάτι γέλια των γυναικών.. η μάνα από καμάρι, η μοδίστρα από ανάγκη να κόψει και να ράψει ακόμα ένα φόρεμα, ένα μεροκάματο ήταν, λίγα λεφτά παραπάνω ποτέ δεν έβλαψαν κανένα  και μετά πάλι να ακούει  «ο γαμπρός μας..απολύεται σε 20 ημέρες θα έρθει στην Αθηνά να δουλεύουν στις οικοδομές, έχουν καλά λεφτά οι οικοδομές ξέρεις, να ζήσουν καλά τα παιδιά που είναι νέα και μπορούν και άσε μας εμάς…» και  «κάτσε Έλλη μου, ίσια, να καρφιτσώσω το στρίφωμα ..έλα, να, τελειώσαμε, αυτό ήταν!. Μια κουκλίτσα θα είσαι στον αρραβώνα..».  

Και χτυπούσαν οι λέξεις στο κεφάλι της, την ανακάτωναν, την ζάλιζαν, και στριμωχνόταν ανάμεσα στην απόφαση των γονιών να την «τάξουν» και σε κάποιον άγνωστο .. « καλό παιδί, δουλευτάρης, σεβαστικός..» που δεν τον ήξερε αυτή,  αλλά τον ήξεραν όλοι οι άλλοι, οι δικοί της οι άνθρωποι που πάσχιζαν για το καλό της από τότε που την είδαν να βγαίνει σε τούτο τον κόσμο σαν κορίτσι και δεν ήξερε, μπορεί και να είχαν δίκιο, μπορεί και να ήταν καλό παιδί τελικά, αλλά σίγουρα ήξεραν καλύτερα, ιδίως ο πατέρας που κράτησε το έθιμο του νησιού, αλλά και τον λόγο του και την έταξε από μικρή .. «είναι καλή οικογένεια οι συμπέθεροί μας..»

Και μέσα σε ολ’ αυτά είχε και την αγωνία του δάσκαλου, γιατί αύριο δεν θα ήξερε το ποίημα απ έξω.. « νεράκι,  νεράκι να το λέτε..!» 

Και θα έπαιζαν τα παιδιά το απόγευμα με τις μπάλες και τα ξυλίκια στον δρόμο τρέχοντας και φωνάζοντας, θα ακούγονταν από μακριά τα γέλια τους, ποιος θα τα φυλάει και ποιος θα κρυφτεί και που να κρυφτεί,  να είχε κι αυτή μια γωνιά, να είχε μια κρυψώνα καλή, να μπει μέσα και να μην την βρίσκει κανείς, να περάσουν τα χρόνια μπας και δεν χρειαστεί να προβάρει αυτό το φόρεμα,  να μην χρειαστεί να σταθεί δίπλα δίπλα με αυτόν που είναι καλό παιδί και δουλευτάρης και σεβαστικός, να μην χρειαστεί να αντικρίζει γύρω από το τραπέζι με τα εικονίσματα και τα χρυσά δαχτυλίδια ακουμπισμένα στο ολόλευκο τραπεζομάντηλο, «κεντημένο χρόνια τώρα, γι αυτή την ημέρα από την γιαγιά της…»  και να η μεζούρα, να ξετυλίγεται και να μετράει ξανά και ξανά τα ισχνά ποδαράκια της και τους ωμους και την περιφέρεια και να ένα σαπουνάκι να βάζει άσπρες γραμμές στα υφάσματα, ακατανόητες άσπρες γραμμές πάνω στο ύφασμα,  σαν να το έπαιρνε η ίδια στο χέρι της και να τραβούσε άσπρες γραμμές επάνω σε  πρόσωπα από «χαρούμενους συγγενείς» ή μακρινές γιαγιάδες που δεν ήθελε να βλέπει, ούτε  το αυστηρό ύφος του πατέρα της να βλέπει, ούτε τα κρυφά δάκρυα της μάνας,  ή να ακούει ευχές χιλιοειπωμένες, «να ζήσετε να ευτυχίσετε», κι αλλά, που της έμοιαζαν πιο δύσκολα, πολύ πιο δύσκολα απ το ποίημα του δάσκαλου και σίγα, μια ώρα να καθόταν θα το μάθαινε το ποίημα νεράκι, απ έξω θα το μάθαινε!, αλλά είχε και την πρόβα και δεν ήταν σημαντικό, της είχαν πει, να συνεχίσει και στο γυμνάσιο, αφού η ζωή της θα ήταν άλλη μετά από ένα μήνα. Όλο αυτά ακούει στο σπίτι, αλλά ακούει και τα άλλα παιδιά να τρέχουν τα απογεύματα και να γελάνε με τα παιχνίδια τους και στήνει αυτί να ακούσει κάτι απ τις φωνές, ποιος κέρδισε στα μήλα και ποιος στο ξυλίκι και αναθαρρεί η ψυχή της και ρωτάει την μάνα της, μήπως να βγει κι αυτή να τρέξει μια στάλα, να κυνηγήσει  τα μήλα κι ας χάσει πια, αλλά δεν πειράζει που θα χάσει γιατί θα είναι με τα παιδιά, μια παρέα είναι όλοι, αλλά δεν την αφήνει να βγει στο δρόμο. 

- Εσύ; Θα δώσεις για το γυμνάσιο; 

- Ναι θα δώσω. 

-ωραία θα είναι! Λες να περάσεις; 

Χαμογέλασαν και τα δυο μαζί, λες απ το αστείο, λες απ την ένταση της Έλλης που είχε φανεί στα μάτια της, λες από το αεράκι που έμπαινε απ τα ανοιχτό παράθυρο μαζί με τις κουρτίνες, που ανέμιζαν από την ευωδιά των μικρών λουλουδιών, στις γλάστρες και απ το γιασεμί, που είχε μόλις πετάξει τα μικρά πάμπολλα λευκά ανθάκια,  ανάμεσα στα γυαλιστερά καταπράσινα φύλλα του.

Οι γυναικείες φωνές από την κουζίνα είχαν περιοριστεί σε πόσα τώρα, πόσα όταν το ετοιμάσεις και πόσα με την τελική πρόβα. Ακούστηκε η πόρτα να ανοίγει, εμφανίστηκαν και η δυο μαζί, δίπλα δίπλα, χαρούμενες, χαμογελαστές, η μια με μια κίτρινη μεζούρα περασμένη στο λαιμό, πάνω από μια ρόμπα ξεθωριασμένη, με καρφίτσες ακόμα στο ένα πέτο,  η  άλλη πιο γεμάτη, πιο ψηλή, με ένα κότσο σφιγμένο στα μαλλιά. Στάθηκαν και οι τρεις στην εξώπορτα, είπαν οι μεγάλες τα σχετικά, «καλό μεσημέρι , με το καλό», «σε μια εβδομάδα άντε δέκα μέρες θα κάνουμε την τελευταία πρόβα, ναι, ναι μια χαρά θα είναι έτσι», «πολύ καλά και θα κλείσουμε και τον λογαριασμό», «ναι μια χαρά, μην ανησυχείς!»  

Ακούστηκαν τα βήματα τους, έξω, να απομακρύνονται , φάνηκαν να περνούν μπροστά απ το ανοιχτό παράθυρο, κατά κάτω, η μάννα μπροστά, αγέρωχη, με σίγουρο βήμα, η μικρή πίσω, να γεμίζει το βήμα να την προλάβει, φτιάχνοντας εκείνη τη στέκα στα μαλλιά, που όλο έπεφτε μπροστά στα μάτια της κι εκείνο το αεράκι, το ξαφνικό,  μέσα στο μεσημέρι να γεμίζει τα μάτια της με σκόνη,  και είχε να μάθει και το ποίημα, είχε  κι εκείνη την ενοχλητική χρυσαφί αγκράφα, την ξεχαρβαλωμένη,  που δεν έκλεινε καλά κι έκανε το αριστερό της παπουτσάκι, να βγαίνει και να μπαίνει στο πόδι της κι εκείνη να το σέρνει, να προλάβει, την μάνα  μπροστά.

Την συνάντησα τυχαία μισο αιώνα αργότερα στην παλια γειτονιά. Μια πολύβουη γειτονια πια, με αλλα σπιτια, νεα ψηλά και μοντέρνα. Με νέους κατοίκους, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Με αναγνώρισε με ένα πλατύ χαμόγελο ανάμεσα σε λίγες περιποιημένες ρυτίδες. 

Χάρηκε που με ξαναείδε ειπε.. “χάθηκες πια και συ, σε κέρδισαν τα ξένα μέρη”... “με περιμένουν τα παιδιά στο αμάξι”

Χαμογέλασα και γω μέσα στις δικες μου ρυτίδες και ασυναίσθητα, καθως απομακρυνόταν, λες και με τραβούσε κατι,  λες κάποια παλια εικόνα καρφωμένη στο μυαλό μου, πενήντα χρόνια μετά πια, με έκανε να κοιτάξω παλι τα παπούτσια της, μήπως και εκείνη η παλιά ξεθωριασμένη χρυσαφί αγκράφα, έστεκε ακόμα εκει, μπας και την τυραννούσε ακομα στο περπάτημα. Ομως οχι, η χρυσαφί αγκράφα ήταν πια ενα ήρεμο σταθερό και μαλακο παπούτσι που της χαριζε ενα άνετο και σίγουρο βάδισμα γεμάτο αυτοπεποίθηση για την πριν και για την μετέπειτα ζωή της. Έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον. Την πραγματικη αλήθεια την γνωρίζει μόνο η ίδια.


                             
                                    ΕΛΑΙΑΙ – ΕΛΑΙΑ ΚΑΛΑΜΩΝ

Ξημέρωνε ένας Σεπτέμβρης ανάμεσα στην εκκλησία της Θεοτόκου και την παραλία.
Ο δρόμος γεμάτος με πολύχρωμες παράγκες μικροπωλητών κι ένα πρωινό αεράκι αλατισμένο απ τα πρώτα ήρεμα κύματα του πελάγους,  σκούπιζε τα απομεινάρια της προηγούμενης νύχτας απ την άσφαλτο.
Τον είδα να έχει σηκωθεί πρώτος απ το ράντζο πίσω απ το παράπηγμα. Πέρασε ανάμεσα απ τους πάγκους με τα εμπορεύματα,  με τα δυο χεριά πίσω σταυρωμένα κι ένα ύφος σκεπτικό, συνοφρυωμένο. Στάθηκε μπροστά στο άνοιγμα που έβλεπε την θάλασσα στο βάθος, πήρε το ένα χέρι και το έφερε στο μέτωπο σαν να μετρούσε πυρετό. Μετά πέρασε  ένα χάδι λες, στα λίγα γκριζαρισμένα μαλλιά του μέχρι πίσω. Μέχρι τον σβέρκο.
Σαν  χτένα που χτενίζει σκέψεις και μαλλιά μαζί.
Ανασηκώθηκα. 
Έτριξαν τα πόδια του ετοιμόρροπου ράντζου και γύρισε προς το μέρος μου. Άπλωσε ένα χαμόγελο τεράστιο και είπε καλημέρα με μια στάλα σάλιο  να απλώνεται στο χείλος του.
-ξύπνιος είσαι ε?
-ε ναι.
-σήκω έλα… Μέχρι να σηκωθούν οι άλλοι θα έχουμε επιστρέψει.
Έτρωγε λίγο τα  λάμδα απ τις λέξεις μερικές φορές
Πετάχτηκα πάνω. Στάθηκα διπλά του έτοιμος.  Καμάρωνα. . Μου έριχνε ακόμα ένα κεφάλι . Κι αν δεν έγερνε, επειδή καμπούριαζε  -απ τα χρόνια απ τα βάσανα?  ποιος να ήξερε πια? -  θα μου έριχνε και δυο.
Βγήκε αποφασιστικά απ την παράγκα και μου έκανε νόημα να ακολουθήσω. Τι κι αν ρώτησα που πάμε η απάντηση ήταν  «θα δεις… έααα». 
Κι έτρεχα να προλάβω το βήμα του.
Δρασκέλισμα λέμε .. και με τα χέρια πίσω.  Σταυρωμένα. Πλησίαζε τα εξήντα.
Ο δρόμος μου έμοιαζε μακρύς  κι ο πρωινός ήλιος που είχε σηκωθεί πάνω απ το κάστρο της Κυπαρισσίας έκαιγε.
Λαχάνιαζα να προλάβω το βήμα του, ρωτώντας που πάμε.
«θα δεις, έλα …» και περπατούσε σκυφτός χαμογελαστός με το ζόρι μου.

Φτάσαμε στη πλατεία. Λίγος κόσμος. Παππούδες με τραγιάσκες.
Κομπολόγια  μετράνε με χάντρες τον χρόνο.
Καφέδες σε φλιτζάνι χοντρό. Καφενεία ανοιχτά.
Καρέκλες μαζεμένες από το προηγούμενο βράδυ. Ντανιασμένες. 
Κάποιος ασβέστωνε πεζοδρόμια. Γεύση μούχλας. Πρωινή εφημερίδα. 
Μουριές θροίζουσες.
Άφιλτρες γόπες πατημένες. Ταμ ταμ, γκαζόζες, τσιγκάκια  μισό στραβωμένα.
«Πατσάς καθ εκάστην».
Ανοιχτό.
Μπήκαμε. Τραπεζομάντιλα λευκά. Ταβάνι μπλε. Ταβερνιάρης ψηλός, εύσωμος, θεριό. Λευκή ποδιά και υγρά χέρια. Δάπεδο με ρόμβους. Ντεκαντάνς.  Αγυάλιστο. Πολυέλαιοι  μπρούτζινοι.
Καλημέρα καλώς τους, καθίστε έρχομαι. Μια ανάσα.
Έρχεται, σκουπίζει τις παλάμες ανάστροφα στη ποδιά. Μολύβι στο αυτί, σκύβει. 
Θα πει κάτι μυστικό, όχι για πάσα όλους, για ολίγους, για κατέχοντες.
Αρχίζει ένα ποίημα. 
Τον κόβει ο θείος σπαρτιάτικα.
- Δυο πατσάδες και μισό κρασί!.
Κοιτάζω αποσβολωμένος.  Αμίλητος. Τι να ναι αυτό? Και κρασί? Μου μοιάζει δυσοίωνο… έχει και μια μυρωδιά εκεί μέσα…
  -να φάμε και κάτι ανιψιέ, να στυλωθούμε.
Και χαμογελά. Απλώνεται στη καρέκλα κόβει μια μπουκιά απ το ψωμί το φέρνει στο στόμα του.
Δείχνει με γελαστά μάτια  «φάε!»
Λέω .. δεν τρώω  το πρωί. Σκάει σε γέλια. Πνιχτά. Άκου δεν τρώει το πρωί!. 
Του μοιάζει παράξενο. Αλλά δεν ξέρω εγώ από πείνα. Που να ξέρω. Κουνάει το κεφάλι. Υπογραμμίζει με κινήσεις όσα λέει. Το χαμόγελο αγκιστρωμένο στο στόμα του
  -Μεγάοο πράμα η πείνα ανιψιέ.
Έτρωγε το  λάμδα μαζί με το ψωμί. Κι αυτό καμιά φορά γινόταν γρίφος. Τι να έλεγε κάθε φορά.? Έπρεπε να προσθέσεις ένα λάμδα για να βγάλεις νόημα. Αλλά και να μην πρόσθετες και νόημα να μην έβγαζες, ότι έλεγε είχαν έναν αυτοσαρκασμό.
Ήρθαν δυο πιάτα γεμάτα. Αχνιστά. Μια κανάτα κρασί. Δυο καθαρά. Δυο κουτάλια αγάνωτα. Σκορδίλα παντού. Μουσική από κάπου. Ραδιοφωνικός Σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων.
« τι τα θέλεις τα στολίδια και με τρων τα μαύρα φίδια»
Γέλασε το μικρό μουστάκι του, σήκωσε το ποτήρι και με μαζεμένα μάτια και γέρνοντας προς το μέρος μου είπε ψιθυριστά… «στο διάολο και η χούντα». Έσκασε ένα πνιχτό γέλιο πάλι. Σαν βήχας. Αλλά γελούσε. Με την καρδιά του. 
Μισοάδιαζαν τα πιάτα και η κανάτα.
«Παιδί …»   Έβαλε μια φωνή .
Παιδίίί .. κοιτάζοντας τον ταβερνιάρη.
«Μισό κιοό ακόμα.»
Γέλασε σκύβοντας το κεφάλι. Μου έγνεψε ότι κάνει αστεία. 
Όχι και παιδί ο ταβερνιάρης. Ολόκληρος άντρας. Χαμήλωσε την φωνή. Έβαλε την χούφτα μπροστά στο στόμα να κρύψει τα λόγια του.
«Χούντα είναι κι αυτός…  Μούτζω τα.»
Τον τυραννούσε ένα άσθμα. Το πάλευε. Το έχανε μόνο όταν έλεγε κάτι αστείο. Γελούσε μ ένα βήχα μικρό. Τραβούσε ένα λευκό μαντήλι απ την τσέπη, σκούπιζε το στόμα και συνέχιζε, πότε σοβαρά πότε αστεία. Μόνο όταν σοβάρευε περνούσε την ανοιχτή παλάμη από το μέτωπο αργά αργά μέχρι τον αυχένα του. Σαν να έβαζε τις σκέψεις του σε φάλαγγα κατ άνδρα.
«Αν έστριβε απ την γωνιά ο Άρης τώρα…»
Μου έδειχνε την γωνιά του δρόμου. Κοιτούσα κι΄ εγώ. Με μπέρδευε.
Ήρθε και το δεύτερο μισόκιλο. Γέμισε.
Έδειχνα χαμένος, αργούσα να καταλάβω. Το έπιασε αμέσως.
 -Άκου μου λέει.. είχαμε μέρες να φάμε και έκανε και κρύο. Έχει πάντα κρύο στη Τρίπολη. Και μας είχαν ζώσει οι αντάρτες. Είχαμε ένα τρόμο μέσα μας.
Έσφιξε τις ρυτίδες στο μέτωπο του.
 -Πείνα, μεγάλη πείνα. Τρώγαμε χορτάρια τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε .  Για το 44 σου εξηγώ. Φαντάρος ήμουν. Σκατά φαντάρος!. Πεινασμένος κι άπλυτος.  Φαντάρος πεινασμένος πολεμάει?
Έτρωγε και τα μάτια του καρφώθηκαν  έξω από ένα παράθυρο που έβλεπες τις μανούβρες των τρένων στον σταθμό. Μπρος, πίσω.  Αλλαγή γραμμής.
 - «Και μας μαζεύουν ένα απόγευμα σ’ ένα γήπεδο.  Φαντάροι ένα σωρό. Και ψου ψου κάποιος άκουσε, ότι θα έρθει ο Βελουχιώτης».
Γούρλωσε το μάτι και με κοιτούσε λες και έβλεπε αυτά που έλεγε. Σαν να τα ξαναζούσε.
Σήκωσε το ποτήρι ξανά. Χάιδεψε τα μαλλιά μέχρι πίσω. Το βλέμμα στα τρένα.
 - Ο Άρης παρακαλώ.  Άκου ο Άρης!   Θα μας αφαλόκοβε.
-Τι είπες θειε?
-Θα μας αφαλόκοβε  …θα μας έσφαζε  Κι έκανε με το χέρι, σαν να περνά μαχαίρι απ τον λαιμό του.
Πήρε μια ανάσα, μια γουλιά τίναξε το λαρύγγι του.
«…και αρχίζει να κοιτάζει πέρα δώθε σαν να μας μετράει και βάζει μια φωνή…. δεν ήταν φωνή αυτό… Βουή ήταν.  Πατριώτες, εμείς  εδώ πολεμάμε, έχουμε πόλεμο. Γι αυτό όποιος θέλει να μείνει μαζί μας, να μείνει. Όποιος δεν θέλει, να πάει σπίτι του. Απείραχτος. Να αφήσει όμως άρβυλα και αμπέχονα  σ’ όσους  πολεμάνε.  Ακούσατε?»
Είχε αφήσει το ποτήρι και περνούσε και τα δυο χέρια απ το κεφάλι σαν χτένα.
Κοιτούσε τους ρόμβους στο πάτωμα.
 -«Σκιάχτηκα …. Και τα αφήσαμε εκεί όλα. Ξυπόλητοι και χωρίς αμπέχονα στο κρύο. Και φύγαμε κοιτώντας πίσω μπας και μας ρίξουν. Όμως δεν έπεσε ούτε ντουφεκιά.
Και βρήκα κι ένα κοντοχωριανό μου φαντάρο και πήραμε το δρόμο σκυφτοί να γυρίσουμε ποδαράτα στο χωριό. Δέσαμε κάτι σκουτιά στα ποδάρια να μην πονάν και ματώνουν απ τα κοτρόνια και τα τριβόλια.  Περάσαμε νύχτα  απ του Μελιγαλά, κρυφά μην και μας δουν. Φοβισμένοι. Νηστικοί.
Έλεγα, δεν θα φτάσω στο χωριό. Δυο μέρες και δυο νύχτες. Φτάσαμε όμως. Και τρόμαξε η γριά Βασανίνα που με είδε με δεμένα πόδια, μπασμένο και κοκκαλιάρικο.
Και μετά μάθαμε ότι τελείωσαν οι πόλεμοι. Είχαμε κάτι φακές, φασόλια, κάτι χορτάρια κάτι κοτούλες. Περάσαμε.  Παντρεύτηκα και τη θεία σου είπαμε να κάνουμε μια δουλειά.. τι να κάνουμε τι να κάνουμε… να αγοράζουμε σκουτιά να τα πουλάμε εδώ  κι εκεί.
Εμπόριο ανιψιέ. Εμπόριο!.
Πολλά λεφτά!.
Πάρε δώσε σεντόνια, είδη προικός, σκουτιά ρε παιδί μου,  σκουτιά να πάρει ο κόσμος να ντυθεί. Σκουτιά στους ξεβράκωτους. Ανέβα κατέβα στην Νέα Ιωνία στα εργοστάσια να φέρνεις εμπόρευμα να το απλώνεις στα πανηγύρια. Στη Τεγέα στη Κυπαρίσσια., στη Σπάρτη… Ολούθε.
 -Παιδί… μισό ακόμα και τι χρωστάμε.
«…είχα κι΄ εγώ όνειρα. Τα σκουτιά εντάξει, αλλά  καρτέραγα να πιάσω δυο δραχμές να αρχίσω άλλο εμπόριο.
Μάζεψε όλες τις ρυτίδες στο μέτωπο. Πήρε ανάσα να μου πει κάτι σημαντικό λες.  Μου έκλεισε το μάτι.
Το δικό μου πρέπει να είχε γουρλώσει απ ότι άκουγε.
-Τι άλλο θείε?
Σήκωσε το δεξί χέρι και το άπλωσε μπροστά σαν να έγραφε σένα φανταστικό πίνακα. Τραβούσε το χέρι σιγά σιγά προς τα δεξιά, λες και έγραφε. Σχημάτιζε λέξεις στον αέρα. Συλλαβιστά. Ευλαβικά. Με έντονο βλέμμα και λόγο.   
Κι ας έλειπε το λάμδα πάλι. Έλειπε απ τον λόγο του όχι απ όσα έγραφε στον αέρα μπροστά μας… Ούτε απ τα’ όνειρό του.
«Εεέαι έεεα. Κααμών. Ευάγεοος Θεοδωρακόπουοος.»
«Αυτό ήθελα πάντα. Εμπόριο κύριε. Πολλά λεφτά!». Και το τόνισε.  «Ποοοααααα λεφτααα!!!».

Όλη η ζωή  σένα όνειρο. Σε μια επιγραφή στο πλάι ενός μικρού αυτοκίνητου με την περήφανη επιγραφή. 
«ΕΛΑΙΑΙ - ΕΛΑΙΑ ΚΑΛΑΜΩΝ»
Που δεν το έκανε ποτέ. Αλλά το πίστεψε τόσο, σαν να το έζησε
Βγήκαμε έξω. Η πλατεία είχε γεμίσει ζωή.
Χαρτοφύλακες σε χέρια. Βήματα βιαστικών.  Κατοστάρικα, δεκάρικα, ρέστα.  
Το σιντριβάνι πότιζε σπουργίτια. Τραπεζάκια στη σκιά, χαλαρωμένες γραβάτες.  Ζάρια χοροπηδούσαν ανάμεσα σε χρωματιστά πούλια. Πορτοκαλάδα με ανθρακικό. 
Ένα τρένο έμπαινε στον σταθμό. 
Κατηφορίσαμε.
Σταύρωσε τα χέρια πίσω ξανά σαν μούντζα στα περασμένα. Και το βήμα σαν άλμα προς τα εμπρός.
Σε λίγο θα άρχιζαν οι προετοιμασίες για την βραδινή περατζάδα της πελατείας ανάμεσα στις παράγκες με τα εμπορεύματα. Θα άναβαν τα φώτα, στραμμένα σε κάθε λογής «σκουτί».
Θα άρχιζαν τα τεχνάσματα της πώλησης.
Τα «κόψε μου να το πάρω».
Τα παζάρια.
Τα «τα βρίσκω αλλού φτηνότερα»
Και ο Ευάγγελος θα ενσαρκωνόταν τον ρόλο του ηγέτη της επιχείρησης και του υπολογισμού, τι πήραμε, τι δώσαμε. Πόσα πουλήσαμε πόσα έμειναν.
Αν μπαίνουν τα σεντόνια στο πλύσιμο, αν ξεβάφουν οι μαξιλαροθήκες, αν η «ποιότης» των σκουτιών του είναι «Αρίστη». 
Είδη προικός.  Λευκά είδη.
Σεντονάκια με νταντιλίτσες  έχουτε?
Δυο  ζευγάρια μόνον 50 δραχμάς κυρία μου.