TOXOBO RADIO

ΤΑ ΒΕΡΟΛΙΝΕΖΙΚΑ.

                                                     


                                     ΤΑ ΒΕΡΟΛΙΝΕΖΙΚΑ.





                                                               Ο ΌΣΣΥ




Έπρεπε να περάσουν πολλά χρόνια για να αναρωτηθώ αν αυτό ήταν το πραγματικό του όνομα η αν ήταν απλά ένας επιθετικός προσδιορισμός.
Γεωγραφικός προσδιορισμός ενός ονόματος. Μιας καταγωγής. 
Πολλά χρόνια μετά, αυτό που ίσως τότε είχε περιορισμένη χρήση σαν λέξη, είχε γίνει πια καθομιλουμένη. 
Μετά την ένωση των Γερμανιών η λέξη οσσυς προσδιόριζε τους κατοίκους της πρώην ανατολικής Γερμανίας, ως παράγωγο της έννοιας OST, δηλαδή ανατολικά. 
Και φυσικά όλοι οι όσσυς, ονόμαζαν βέσσυς, όλους τους δυτικούς, ως παράγωγο της λέξης  WEST, δηλαδή  δυτικά.

Εγώ πάντως Οσσυ τον άκουγα και Όσσυ τον φώναζα όλα τα χρόνια της συναναστροφής μας μέσα στην τεράστια αποθήκη των εμπορευμάτων της αεροπορικής εταιρείας στο αεροδρόμιο του Βερολίνου.
Μια αποθήκη χωρισμένη σε νοητά δωμάτια γύρω γύρω στο συρμάτινο πλέγμα που την ξεχώριζε από άλλες εταιρίες . Γειτονικές. Δεν ήταν και πολλές. Μια γαλλική και μια εγγλέζικη. Και η δικιά μας η παν αμ.
Πάνω στο πλέγμα υπήρχαν μικρά μπλε ταμπελάκια  με τις ονομασίες τον αεροδρομίων  που κάποια  εμπορεύματα έπρεπε να πάνε.
Αλλού η Φρανκφούρτη αλλού το Μόναχο η το Αμβούργο. Και εκεί μπροστά από το κάθε ταμπελάκι  μαζεμένα μικρά και μεγάλα εμποροκιβωτια με ένα μεγάλο αυτοκόλλητο επάνω που έλεγε τον αποστολέα τον παραλήπτη και τον τελικό προορισμό φυσικά.
Όλοι μαζί,  Γερμανοί και Έλληνες που δούλευαν εκεί, είχαν σκοπό την σωστή φόρτωση των σωστών εμπορευμάτων στο σωστό αεροσκάφος που θα έφευγε για τον επόμενο προορισμό του.
Μέσα σε όλους αυτούς και ο Όσσυ. Ένας γερμανός καμιά 40αρια χρονών,  δυνατός στη δουλεία και στο ποτό. Ακόμα κι αν είχε την πρώτη πρωινή βάρδια. Όλοι ξεκινούσαν με κάποιο είδος πρωινού να αντέξουν στο κουβάλημα ξεκουβάλημα. Αλλά και στο κρύο. Έμπαζε εκεί μέσα.
Όταν το χιόνι έξω αραδιαζόταν στον ανοιχτό τόπο του αεροδρομίου  και ξάσπριζε εμπορεύματα αεροπλάνα κι ανθρώπους, ε τότε μια δύναμη απ ένα πρωινό ψωμάκι, πασαλειμμένο με βούτυρο και κάνα δυο φέτες σαλάμι από πάνω, το χρειαζόσουν. Ο Όσσυ το συνόδευε πάντα και με κάνα δυο μπυρίτσες.  Άντε τρεις.  Και το καμάρωνε κιόλας. 
"Πρωτεΐνες εσείς με τα ψωμάκια σας , πρωτεΐνες και γω με τις μπύρες μου", έλεγε. Καθαρά πράγματα. Βύνη λυκίσκος και κριθάρι. Φυσικά προϊόντα.
Και τα καλοκαίρια με την αποπνικτική ζέστη των τσιμεντένιων κτηρίων,  την υγρασία και την βαριά οσμή της κηροζίνης πάλι ο Όσσυ ξεδιψούσε με μερικά κρύα κουτάκια μπύρας.
Εμείς φοιτηταριό,  ψάχναμε μεροκάματα να μισογεμίσουμε καμιά τσέπη για τα καθημερινά έξοδα μας δεν μπαίναμε στη λογική του.
Το κρίναμε γενικά κι απρόσωπα.
Γερμανικά καμώματα και ιδιοτροπίες λέγαμε.

Χρόνια στο αεροδρόμιο ο Όσσυ. Ζούσε κι ανάπνεε εκεί. Σε όλες τις βάρδιες . Ό,τι πρόσταζε η δουλειά. Και πρωινά και βραδινά και μεσημεριανά. Αλλά τα κουτάκια της μπύρας είχαν μια καλή  θέση  μέσα στη τσάντα του, όταν  ερχόταν στη δουλειά.

Κάποιο Σαββάτο με κόντρα χιονιά έξω και πολλά μείον, έτυχε να είμαστε μαζί. Κουβάλησε μια πίκρα εκείνη την ημέρα. Την έφερε μαζί του στη τσάντα με τις μπύρες. Τον έκοβα να έχει παραδώσει όλες τις δυνάμεις του, στο πως θα ξεχάσει  όσα τον παίδευαν – οποία κι ήταν αυτά- με το να ανοίγει συνεχώς νέα μπύρα.
Του είπα, δεν είσαι  για πολλά πολλά σήμερα άστα θα τα κάνω εγώ. 
Κάθισε εσύ εδώ και μην το παρακάνεις με τις μπύρες μπας και φάμε κανένα κοντρόλ απ την διοίκηση κι έχεις μπελάδες.
Και κάθε που έσκαγε νέο αεροπλάνο πήγαινα εγώ και ξελάσπωνα τα λίγα σαββατιάτικα  εμπορεύματα. Μετά γύριζα πάλι στο δωματιάκι των εργαζομένων περιμένοντας το επόμενο στα ζεστά.

Ο Όσσυ είχε κοκκινίσει εμφανώς, τα μάτια του χάνονταν σε κάποιες μακρινές σκέψεις αλλά έδειξε κι ενδιαφέρον για κουβέντα ίσως από υποχρέωση που εγώ έτρεχα και για αυτόν.
«γονείς έχεις»? ήρθε η πρώτη ερώτηση εκεί που νόμιζα ότι δεν θα ακούμε,  παρά μόνο το κράτς απ το άνοιγμα της επόμενης μπύρας και το ξεφύλλισμα μιας κιτρινοφυλάδας στα κουτουρού…
«έχω!»
«… και του βλέπεις? Τους συναντάς?¨»
«… ναι τους βλέπω.  Όποτε  πάω στη Ελλάδα βέβαια…»
«Τυχερός είσαι. Εγώ δεν τους βλέπω!»
Και κούνησε το κεφάλι δείχνοντας με κάποιο τρόπο μια κατεύθυνση προς την ανατολή. Σήκωσε και το χέρι με το κουτάκι της μπύρας να τρέμει για να επιβεβαιώσει την κατεύθυνση. Ανατολικά.
«έμειναν  πίσω,  από το 61  έχω να τους δω.. από το τείχος και μετά.»
Δεν ήξερα αν βούρκωνε η αν απλά είχε κοκκινίσει από την μπύρα.
Τσαλάκωσε το κουτάκι με την χερούκλα και το μάζεψε απ το τραπέζι για να είναι όλα «ζάουμπερ». «Καθαρά». 
Η αιώνιες αρετές των Γερμανών με την καθαριότητα δεν χάνονται ούτε και μετά από πολλά κουτάκια μπυροποσιας.
«... τους είδα ένα πρωί, πολύ πρωί,  αυγουστιάτικη μέρα, ζέστη και υγρασία παντού, να καβαλάνε κουλούρες από στρατιωτικά συρματοπλέγματα με καμιόνια. 
Τα πέταγαν δυο δυο, τρία τρία, σε κάποιες γωνίες των δρόμων και υποψιάστηκα περίπου τι συμβαίνει.
Όλοι το ξέραμε ότι κάτι ετοίμαζαν. 
Μετά μαζευτήκαν εργάτες και στρατιώτες κι άρχισαν να κλείνουν περιοχές και δρόμους. Έτσι μπουλούκια έκλειναν τα πάντα, με φωνές κι επαναστατικά τραγούδια. Ποιος να τολμήσει να ρωτήσει. 
Κι αν ρωτούσε η απάντηση ήταν κλείνουμε την πόρτα στους προδότες του λαού μας.
Έβλεπα απ την άλλη μεριά να μαζεύονται άνθρωποι και να μένουν σαστισμένοι με όσα συνέβαιναν.  
Μας χώριζαν. Εγώ από εδώ και οι άλλοι πίσω απ το συρματόπλεγμα. 
Στον ίδιο δρόμο που περνούσαμε κάθε μέρα. 
Μας φώναζαν οι απέναντι… πηδήξτε το σύρμα  Ελάτε από δω …και μεις σαστισμένοι βλέπαμε τις κάνες των δικών μας φαντάρων να μας σημαδεύουν. 
Μην και τολμήσουμε.
Και οι χτίστες έστηναν τα σύρμα σε πασσάλους. Μια γραμμή από συρματόπλεγμα έκλεινε σιγά σιγά δρόμους, ανθρώπους  και κτήρια.
Ακούστηκαν λίγοι πυροβολισμοί μερικά στενά πιο κάτω. Λουφάξαμε. Έτρεξα σπίτι. Το και το. Μάνα πατέρα  κάτι συμβαίνει μας κλείνουν μέσα  τι θα κάνουμε?

Καμιά έκπληξη στα πρόσωπα τους. Σχεδόν το περίμεναν. 
Τσίτωσαν μάτια και χείλια. Μια βρισιά του πατέρα  στον αέρα κι ένα δάγκωμα στα χείλια της μάνας μου. Στάθηκε όρθια μπροστά μου και μου λέει να φύγεις.  
Να φύγεις  μου λέει. Τρέχα βρες κάπου που να μπορείς και φύγε. 
Το περιμέναμε. 
Εσύ να σωθείς. Κάτι θα κάνουμε και εμείς.  
Εσύ να φύγεις όμως.
Μου κόλλησε λίγα τσαλακωμένα χαρτονομίσματα στο χέρι. Δυο ρούχα. Ένα κομμάτι ψωμί . Φύγε,  φώναζε φύγε θα έρθουμε και εμείς κι μάζευε με το μανίκι της  μύξες και δάκρυα. Φύγε. Πέρνα απέναντι  ούρλιαξε και με έσπρωξε. Πρόσεχε και θα βρεθούμε.
Κοντοστάθηκα.  Με έσπρωξε με μανία να φύγω. 
Έτρεξα μέσα στο πλήθος  είχαν ξυπνήσει,  είχαν ακούσει. Ένας ποταμός τρελαμένων έτρεχε  προς κάθε δρόμο που πίστευε ότι μπορούσε ακόμα να περάσει. Κάποιοι ονόμαζαν δρόμους που ακόμα δεν είχαν κλείσει,  κάποιο άλλοι έλεγαν έξω απ την πόλη προς τα ανατολικά προάστια είναι πιο εύκολα. 

Η δαγκάνα έκλεινε σιγά σιγά Οι απέναντι σαστισμένοι με τα χέρια στο στόμα δεν μπορούσαν να πιστέψουν αυτό που συνέβαινε. Άγγιζαν τα συρματοπλέγματα άλλοι με κλάματα άλλοι με κατάρες και φωνές.  
Και οι κομματικοί, οι από εδώ, οι «δικοί μας» με τραγούδια και χαμόγελα κι απειλές  άπλωναν μέτρο το μέτρο το συρματόπλεγμα κλείνοντας κάθε δίοδο. Σήκωναν πανό με σύμβολα και συνθήματα. Τραγουδούσαν και μας έζωναν. Έζωναν την εδαφική τους ακεραιότητα. Τον σοσιαλισμό. Τα ιδεώδη τους.»










Μονορούφι η μπύρα. Άσπρο πάτο τα λόγια του. Έκλαιγε πια.
Εγώ βουβός σαστισμένος κι εκστασιασμένος.  
Μου έσπρωξε ένα κουτάκι… το πιασα.  Κρύο. Σαν την ανάσα μου  τα ακροδάχτυλα μου και το μυαλό μου.

Είχε όμως να βγάλει πολλά ακόμα. Δεν ρώτησα , δεν τον σταμάτησα.
« .. με το ψωμί στο χέρι κι ο ιδρώτας να στάζει έτρεχα κόντρα στο κόσμο ψάχνοντας να δω που θα έβρισκα ένα μέρος μπόσικο. Να είναι ακόμα ανοιχτό.. τίποτα. Ακούω πίσω μου μια φωνή ενός φίλου να τρέχει με το ποδήλατο και να μου λέει …όχι προς την πύλη του Βρανδεμβούργου  όχι… είναι κλειστά από χθες αργά το βράδυ έλα  μαζί … Σαλτάρω στο ποδήλατο... φτάσαμε κατά το Νόι-κέλλν.
Παντού   καμιόνια του στρατού να ρίχνουν συρματοπλέγματα για τους εργάτες .
Λιγόστευε ο κόσμος αλλά όχι τα συρματοπλέγματα. Φτάσαμε  πίσω από ένα παρατημένο μισογκρεμισμένο κτίσμα. Πετάξαμε το ποδήλατο κι ορμήσαμε  στην άλλη πλευρά του δρόμου πάνω από πέτρες ξύλα και σπασμένα γυαλιά. Τοίχο τοίχο .
Δεξιά μας είχαν αρχίσει να απλώνουν συρματόπλεγμα.  
Γυρίζει ο Μάνφρεντ και μου λέει. "Η τώρα η ποτέ .. θα έρθεις?"  Μπροστά μας  λίγα πεταμένα συρματοπλέγματα και μερικά τσιμεντένια μπλοκ έτοιμα για στήσιμο.  Κάποια είχαν ήδη στηθεί κλείνοντας την Χάρτζερστρασσε.  
Λίγοι φαντάροι κάπνιζαν. Έκλειναν το κομμάτι που ήταν ακόμα ανοιχτό,  γελούσαν και μιλούσαν με τους δυτικούς που είχαν  μαζευτεί  και εκεί με τα χέρια πίσω,  με απορία,  περιέργεια.
Θα μας ρίξουν άραγε αν το τολμήσουμε?  Κοντοστάθηκα.  Πέρναγαν απ το μυαλό μου πολλά. Θυμόμουν την μάνα μου να με σπρώχνει… φύγε εσύ  φύγε… θα βρεθούμε μετά .. φύγε.
Λέγε θα έρθεις; Με ταρακούνησε το χέρι του Μάνφρεντ. Η τώρα η ποτέ! Εγώ πάω … και δίνει μια και αρχίζει να τρέχει δαιμονισμένα προς το άνοιγμα. Γυρίζουν οι φαντάροι με τις κάνες μπροστά φωνάζοντας  Σταμάτα. Θα ρίξουμε. Σταμάτα προδότη. 
Αέρας ο Μάνφρεντ  περνά ανάμεσα τους δεν πρόλαβαν να καταλάβουν, πως με ένα πήδο, δρασκέλισε τα πεταμένα αγκαθωτά  συρματοπλέγματα και τα τσιμεντένια μπλοκ. Έπεσε μέσα στους δυτικούς που τον κάλυψαν με τα σώματα τους και τον τραβούσαν σαν σακί να τον κρύψουν.
.........................

Έτρεμαν τα πόδια μου.  Σκοτείνιασε γύρο μου. Άκουγα τα λόγια του. 
Η τώρα  η ποτέ. Πήρα μια ανάσα και όρμισα προς τους απασχολημένους φαντάρους και τεχνίτες. 
Τους άκουσα να φωνάζουν ξανά, σταμάτα. Ότι  θα ρίξουν.  Κάπου μακριά τους άκουγα. Σαν να ήταν μακριά μου, πολύ μακριά μου. 
Την καρδιά μου  άκουγα μόνο να χτυπά στα αυτιά μου. 
Πήδηξα το σύρμα που ακόμα δεν είχε στηθεί. 
Βρέθηκα απέναντι ανάμεσα σε μια ομάδα ανθρώπων που δεν ήξερα. 
Και έμεινα εκεί»












Άπλωσε τα χέρια του μπροστά στο τραπέζι όπως ήταν καθιστός . Παράλληλα. Έσκυψε  το κεφάλι μέχρι το τραπέζι ανάμεσα στα απλωμένα χέρια του. Είδα την πλάτη του να γεμίζει με μια ανάσα τεράστια που βγήκε σε λίγο σαν ένα βουητό μονομιάς, από το κρυμμένο στόμα. Σαν κατάρρευση μετά την προσευχή.

Μεγάλο Σάββατο εκείνο το Σάββατο για μένα. Η πικρή ιστορία του Όσσυ μέσα σε μια ανάσα και μερικές μπύρες.  Μια μικρή χρονική στιγμή σαν ασπρόμαυρη φωτογραφία κρεμασμένη στα κάδρα της μνήμης του. Στο πετσί του. Ένα στεφάνι από συρματόπλεγμα.
Κι έξω χιόνιζε ατάραχα.
Δεν τους ξαναείδε από τότε. Το τείχος είχε πια ύψος περί τα τρία μέτρα. Μονομπλόκ τσιμεντένιο. Αδιαπέραστο από ανθρώπους.  Που και που κάποιες εξέδρες ξύλινες  σου έδιναν μια εικόνα του  «απέναντι».
Μια νεκρή ζώνη. Με οδοφράγματα και σύρματα.
Με αυτόματα πολυβολεία. Με νεκρά άδεια σπίτια που έτυχε να βρεθούν  κοντά στο συρματόπλεγμα και δεν μπόρεσαν να το δρασκελίσουν.  
Μόνο μέσα, αρκετά μέσα, διέκρινες μια ζωή να περνά, να ανασαίνει δήθεν αδιάφορα,  κάτω από τις ατέλειωτες φλαμουριές  που το άρωμα  τους είχε διακοπεί βίαια εκείνο το αυγουστιάτικο πρωινό του 1961.

Η μέρα ξεχάστηκε. Τα χιόνια έλειωσαν και το επόμενο καλοκαίρι έδειχνε να έχει βιασύνη κι ορμή. Η κουβέντα μας είχε λήξει εκείνο το Σαββάτο με το σχόλασμα της βάρδιας. Ο Όσσυ δούλευε και έπινε. Τον έβλεπα σπάνια. 
Μόνο αν τύχαινε να ταιριάξουν οι βάρδιες μας.
Κάποτε έμαθα ότι  έπεσε  από ένα μικρό όχημα μεταφοράς  εμπορευμάτων μέσα στην αποθήκη, χτύπησε, τον μάζεψαν αιμόφυρτο. Νοσοκομείο. Αποτοξίνωση και επιστροφή στη δουλειά, μετά από αναγκαστική άδεια.
Τον είδα ξανά μαυρισμένο και χωρίς ίχνος αλκοόλ στο αίμα και με καμάρι έδειχνε φωτογραφίες από την Ελλάδα. Διακοπές οικογενειακές . Γυναίκα και κόρη. 
Μπικίνια. Γυαλιά ηλίου. Ψαθάκια. Πέδιλα. Κύματα γαλάζια. Κρήτη.
Σκύβει και μου λέει μ ένα χαμόγελο να.
«.. αλλά τα καλύτερα τώρα έρχονται.»
«ελααα»
Αγωνιώ.
«Πες ρε συ Όσσυ!.»
« σε κάνα μήνα έρχονται οι γονείς μου. Για πάντα.»
Με είχε στείλει. Δεν έμοιαζε να έχει πιει, αλλά μήπως είχε; Τι μου έλεγε άραγε;  πώς να είναι δυνατόν αυτό;.
«…  βγήκαν σε σύνταξη και ζήτησαν διαβατήριο. Υπέγραψαν  ότι αποποιούνται της σύνταξης για να μπορέσουν να φύγουν… μόνο έτσι θα μπορούσαν.  Ένας μήνας φίλε. Έρχονται τα γερόντια μου»
Πετούσε απ την χαρά του. Θα το έβλεπε και τυφλός ακόμα.
«… στην Αμέρικα θα τους πάω. Θα δεις.»
Το ανακοίνωνε σε γνωστούς και αγνώστους.
Όλοι πια μέσα στην ψηλοτάβανη αποθήκη, με τις μεγάλες καφέ ημιδιάφανες πόρτες και τα απλωμένα  μικρά και μεγάλα χαρτοκιβώτια, ανάμεσα σε ξύλινες παλέτες και μεταλλικά κοντέινερ, ανάμεσα σε ηλεκτρικούς φορτωτές και μικρά μπλε καροτσάκια μεταφοράς,  ήξεραν την μεγάλη προσμονή του Όσσυ.
Όλοι οι εργαζόμενοι εκεί είχαν μια ιδιαίτερη απολαβή από την αεροπορική εταιρία. Ελεύθερα εισιτήρια για όλο τον κόσμο αν βέβαια υπήρχαν κενές θέσεις με αντίτιμο ένα μικρό, ασήμαντο, συμβολικό ποσό.

Τους καλοδέχτηκε ο Όσσυ τους γέροντες κάποια μέρα στο δυτικό Βερολίνο και έβαλε αμέσως το σχέδιο σε εφαρμογή.
Η Αμερική τους περίμενε. Φλόριντα. Καλοκαίρι. Ήλιος και ωκεανός.
Τα υπόλοιπα έγιναν σχεδόν με την γρηγοράδα που είχε πηδήξει κάποτε τα συρματοπλέγματα.
Μακρύ ταξίδι και ελεύθερα ποτά. Η άνεση της χαράς ενός ταξιδιού στην άλλη άκρη του ατλαντικού. Δίπλα του τα γεροντάκια που δούλεψαν τόσα χρόνια για ένα αντάλλαγμα. Να χαρίσουν τα δικαιώματα της σύνταξης τους,  σε εκείνους που κάποτε του κράτησαν με το ζόρι πίσω από υψωμένα τείχη. Για ένα φευγιό. Μια ανάσα ελευθερίας.
Πόσο κόστος να έχει άραγε η ελευθερία;. Δυο συντάξεις;. Ένα εισιτήριο δωρεάν  για Φλόριντα;.
Είμαι σίγουρος ότι η μάνα του, του έλεγε να μην πίνει τόσο μέσα στο αεροπλάνο.
Σίγουρα θα το έλεγε. Δεν την άκουσε αυτή την φορά. 
Έπινε.
Και όταν άνοιξε η πόρτα του αεροσκάφους στην απόπνιξη της Tampa,  όταν η ζέστη και η υγρασία του τροπικού συνάντησε το αλκοόλ στο αίμα του Όσσυ, τον καλωσόρισε με ένα εγκεφαλικό.
Σωριάστηκε στη σκάλα.
Τον μάζεψαν οι Αμερικανοί. Θάλαμοι εντατικής θεραπείας.
Φωτογραφία γερόντων.
Μόνων και έρημων σε άγνωστες  πολιτείες.
Σωληνάκια και συσκευές υποστήριξης αναπνοών.
Έτρεξαν διευθυντές και προϊστάμενοι.
Να δουν τι συμβαίνει. Τι θα κάνουν.
Η εταιρεία έκανε όσο μπορούσε. Αλλά όλα έχουν ένα κόστος.
Και η ελευθερία και η αρρώστια.  

Ο διευθυντής της αποθήκης, πίσω στο Βερολίνο, πήρε την γυναίκα του Όσσυ κάποιο πρωινό και έκαναν το ίδιο ταξίδι. Αμίλητοι.
Ο καθένας για άλλο λόγο.
Τον έκλαψε όσο μπόρεσε. Τι άλλο να έκανε. Ήταν ανάμεσα σε συρματοπλέγματα. Στέφανα αγκάθινα.
Της είπαν...  "χαμένη υπόθεση".  
Μπορείτε να τον σώσετε αν εσείς η ίδια με τα ίδια σας τα χέρια κλείσετε την συσκευή τεχνικής υποστήριξης της αναπνοής του.
Νομικά είστε καλυμμένη. 
Έξαλλου σκεφτείτε και τα έξοδα που αν δεν μπορέσετε  να καλύψετε  δεν θα είστε νομικά καλυμμένη!.

Κοίταξε γύρω της. Μόνο ανασηκωμένους ώμους έβλεπε.
Ούτε ένας να ακουμπήσει για λίγο.
Είχε στα χέρια της την ανάσα του. Φιλτραρισμένη από τα αλκοολούχα χνώτα. Υπέροχα καθαρή. Αποστειρωμένη.
Κρυστάλλινη.

Κυριακή η αποθήκη σε ελληνικά χέρια. Φοιτητικά μεροκάματα. Καλοπληρωμένα. Βάρδια  βραδινή.  Σκοτάδι. Να  περάσει η ώρα να σχολάσουμε περιμένοντας μαζί με τον Δημήτρη τον καβαλιώτη το τελευταίο αεροπλάνο από Φρανκφούρτη.
Να φέρει δυο πράγματα να τα βάλουμε στη θέση τους, να κλείσουμε και να φύγουμε. Λίγο πριν τις δώδεκα.
Ακούμε την γνωστή κόρνα. Σημάδι πως έφτασαν. Θα τα δέσουμε στο μικρό ηλεκτρικό αυτοκινητάκι να τα φέρουμε μέσα να μοιραστούν.
Δυσφορία. Λίγα περιμέναμε, κοντέινερ ήρθε..
Το κέρατο μου μέσα.  Σηκώνουμε μανίκια. Βιασύνη.
Μπροστά στο ανοιχτό κοντέινερ  πολλά μικρά ελαφριά χαρτοκιβώτια. Ένα ένα στα καροτσάκια για μοίρασμα. Τσεκάρισμα.  Αδειάζει σιγά σιγά. Επιτέλους αδειάζει.
Γυρίζω και βλέπω έναν Δημήτρη ωχρό. 
Μέσα στο κοντέινερ σκυφτός, πάνω σε μια τεράστια και βαριά,  δυσκολομετακινούμενη  μακρόστενη ξύλινη παλέτα, με το χαρτί του τσεκαρίσματος  και το στυλό να πέφτει απ το χέρι του.
Τον κατεβάσαμε με τσακισμένα βλέμματα.
Βαρύ τούτο το φορτίο. Έπρεπε να μείνει σε μια γωνιά σαν ένα οποιοδήποτε τυπικό κιβώτιο. 
Ίσως να τον κλάψανε εκείνη την νύχτα τα μεταλλικά χωρίσματα της αποθήκης.  
Και η βουβή ηρεμία μιας πόλης που συνέχιζε απτόητη και ανυποψίαστη προς μια άλλη μεγάλη νύχτα.

Λίγα  χρόνια μετά, την νύχτα της ενάτης Νοεμβρίου του 1989, από μια λάθος διατύπωση ενός κυβερνητικού εκπροσώπου της λαοκρατικής δημοκρατίας της Γερμανίας,  μπροστά σε μέσα ενημέρωσης,  το τείχος θα έπεφτε παταγωδώς,  κάτω απ την ασφυκτική πίεση ενός κόσμου, που δεν ζητούσε τίποτα περισσότερο από το δικαίωμα του,  να περπατάει ελεύθερος.

Για τον Όσσυ αυτή η νύχτα  είχε έρθει λίγα χρόνια πιο πριν.














                                                    ΜΑΚΑΡΟΝΑΔΕΣ







M
ακρύς χειμώνας φέτος. Οι ήμερες φουλάρουν ανέμελα και η παρέα μου έχει γεμίσει μουσικούς. Καμώνουμε τους μουζικάντηδες.
Ένα όργανο ο καθένας. Αν εξαιρέσω τον Δημητράκη που έχει  ένα αυτί  να… Όλοι  οι άλλοι νομίζουμε ότι κάτι ξέρουμε.
Εγώ κάτι ολίγα κι ο Γιάννης απ την Λεπτοκαρυά θα παίζει λέει … κουδουνίστρες αλά λάτιν.  Μεγαλοφυές!!!
Του Δημητράκη το αυτί όμως είναι μουσική  χοάνη.  Ακούει όλες τις νότες κι όλες τις κλίμακες. Αφού όταν έφυγε από κάποιο χωριό των Τρικάλων για να έρθει στο Βερολίνο το μονό που πήρε μαζί του  ήταν ένα ψηλόλιγνο μπουζούκι. Ταιριάζει στο σουλούπι του. Ψηλόλιγνος.
Μέχρι και Μπετόβεν παίζει. Ότι ακούει το παίζει. Λίγο γκριν γκραν και το έπαιξε.
Άντε και στη φιλαρμονική του είπαμε κάποτε. Μαζί με τον Κάραγιαν.
Κάνουμε τις άθλιες πρόβες μας. Στο μεγάλο δωμάτιο του σπιτιού μου.
Υποψιάζομαι ότι ο μοναδικός γείτονας του ορόφου κακοπερνά με τις μουσικές μας επιλογές.
Μετά όλοι πρέπει να φύγουν. Πέρασε η ώρα λένε… και φεύγουν.
Ο Διονύσης ο Γιάννης και ο Κώστας.
Ο Δημητράκης είναι συγκάτοικος μου. Εξ αγχιστείας δηλαδή. Μου προέκυψε από τον σύλλογο φοιτητών. Να βοηθήσουμε τους νέους που έρχονται, να τους βρούμε κάνα σπίτι να μείνουν να μπουν κάπως στο κλίμα το βερολινέζικο.
Ένα  είδος αλληλεγγύης με το αζημίωτο βέβαια.
Όλοι οι μέλλοντες στα όργανα του φοιτητικού συλλόγου θα ζητήσουν αργότερα κάνα ψηφαλάκι…
- σου  βρήκα και σπίτι ρε μπαγασάκο …δεν αξίζει να με ψηφίσεις?
Κάπως έτσι προέκυψε κι ο Δημητράκης σε μένα.
«Αφού έχεις χώρο ρε σύντροφε ..παρ τον μέχρι να βρει κάτι μόνος του!!»
Και μπλέξαμε με τις μουσικές και τις μακαρονάδες.
Μπορεί και να ψηφίσαμε σε κάποιες εκλογές.
Και μαγειρεύαμε στον τέταρτο όροφο. Απλά πράγματα. Εύκολα.
- το κόλπο είναι ένα,  έλεγε ο Δημητράκης…τα βράζεις ..και κάθε τόσο παίρνεις ένα με την άκρη του πιρουνιού…και τα σαβουρντάς στο τοίχο.
Αν κολλήσει,  έγινε.  Αν δεν κολλήσει και πέσει, θέλει ακόμα λίγο βράσιμο.
Διατριβή στις μακαρονάδες.
Και έτσι γεμίσαμε με μουσικές και κολλημένα μακαρόνια στους τοίχους της κουζίνας.
Κολλημένα στον τοίχο. Αυτοσχεδιασμός του τυχαίου. Μινιμαλ κάπως!!
Ένα δεν κόλλησε σαν το κλειδί του σολ όμως.
«Γκαντεμιά» σκέφτηκα.
Το' χα καημό να στρίψει ένα στον αέρα και να πάρει σχήμα κλειδιού σολ.
Βράζαμε  μακαρόνια σκέτα…βράζαμε  με σάλτσα…με πολύ νερό , με λίγο νερό. Πάντως μια μακαρονάδα έβγαινε.
Μπουζουκομακαρονάδα.
Έτσι την ονόμασα κάποια μέρα που το βράσιμο μου θάμπωνε τα γυαλιά σκυμμένος πάνω απ την κατσαρόλα και το πιρούνι ζεματούσε τα ακροδάχτυλα μου λίγο πριν πετάξω στον απέναντι τοίχο ένα αχνιστό μακαρόνι που προσπαθούσε να κρατηθεί απεγνωσμένα σαν τρομαγμένος γυμνοσάλιαγκας στην άκρη του πιρουνιού  Έτσι μου βγήκε δηλαδή και το είπα καμαρώνοντας – φωναχτά - και άκουσα από μέσα την απάντηση σε νότες και μελωδία…
- Τρίτη πέμπτη μακαρόνια βρε..…τρίτη πέμπτη…

Ο χειμώνας έπαιζε ακόμα  με μοτίβα ασπρόμαυρα.
Κάθε πρωί ο δρόμος γέμιζε με φρέσκο χιόνι.
Έβγαιναν οι Γερμανοί και καθάριζαν. Αξημέρωτο.  Άκουγες τα φτυάρια τους τα ξύλινα να γδέρνουν τα πλακόστρωτα … κράατσς  χράατσς.
Το βράδυ ξαναχιόνιζε. Ξανά τα ίδια την άλλη μέρα.
Το μάζευαν στις άκρες των δρόμων και των πάρκων, σαν βουνά.
Λευκά Όρη με μαύρα μικρά στίγματα. Καρβουνόσκονη να μην γλιστράμε αυτοκίνητα κι άνθρωποι.
Άνοιγαν δρομάκια να περνούν χωρίς να κινδυνεύουν από πτώσεις και επιπτώσεις.
Και περνούσαν οι γιαγιάδες του Βερολίνου – χήρες του πολέμου – με μόνη συντροφιά τα μικροσκοπικά  μακρόστενα σκυλάκια τους,  χωμένες σε κασκόλ και στα περίτεχνα καπελίνα τους.
Άλλα τριχωτά σαν καφέ αρκούδες  κι άλλα πιο λεπτά με λουλουδάκια στο πλάι και μικρά βέλο. Οι κοντές φορούσαν τα τεράστια τριχωτά σαν ρωσικές περικεφαλαίες… οι ψηλές τα μικροκαμωμένα. Μόνες κι αργοκίνητες λες και ακλουθούσαν την νεκρική πομπή του Κάιζερ.
Πάντα όμως μια καλημέρα την έλεγαν. Πάντα όμως.!
Σε έβλεπαν και χαμογελούσαν λες και σε ήξεραν κι από χθες.
- Καλημέρα σας , Καλημέρα σας!. Και νααα το χαμόγελο.
Χαμογελούσαμε και μείς και ανταποδίδαμε με ελαφρά κλίση του κεφαλιού
Και κάναμε και χώρο στο στενό καθαρισμένο μέρος του πεζοδρομίου να περάσουν αυτές και το «καθαρόαιμο»  ανάμεσα από τα στοιβαγμένα και μισοπαγωμένα χιόνια, ως γέννημα θρέμμα  ιππότες του βόρειου ημισφαιρίου.
- Τι τις χαιρετάς ρε ? μου έλεγε. Αυτές στο πόλεμο έτρωγαν ανθρώπινο λίπος απ το Άουσβιτς και έπλεναν τα χέρια τους με σαπούνι απ τους Εβραίους…σιγά μην τους πω και καλημέρα….
-Δεν το ήξεραν ρε ρεμπέτη… δεν πρόλαβαν να το μάθουν…
- Καλά τότε… τότε … πιτσιρίκες να χαιρετάμε. Να κάνουμε καμία ιστορία να βελτιώσουμε και τα γερμανικά μας…
Και να τα γέλια με την βελτίωση των γερμανικών μας…
- Πως είναι το ρήμα πηδάω στα γερμανικά?... ξέρεις?
- Σπρίνγκεν…απαντούσα χαμογελώντας  πονηρά.
- Όχι αυτό ρεεεε….. 
- το άλλο …το άλλο  φωνάζαμε μαζί.

Και έβγαινε ο χειμώνας αργά, μακρόσυρτα σαν ηπειρώτικο της τάβλας, τα χιόνια έλιωναν ανακατωμένα με τα ρινίσματα από κάρβουνο και αλάτι, μια ασπρόμαυρη μάζα λερωμένη απ τα χώματα των πάρκων και τις ακαθαρσίες των γερμανικών σκύλων.
Όπου ναναι θα τα έχουν μαζέψει απ τα παλιά πλακόστρωτα της Χερμανπλατς. Ένας αναιμικός ήλιος άρχισε να κάνει την εμφάνιση του στα χαμηλά του βερολινέζικου ουρανού.
Πάντα χαμηλά αυτός  ο ήλιος.
Μια φορά δεν πέρασε πάνω απ τα κεφάλια μας…όλο στα μουλωχτά πέρναγε, σκυφτός  .. ντροπιάρης.
Γέμιζε μόνο με κόκκινα σύννεφα την άκρη της πόλης στο τέλος της μεγάλης λεωφόρου και μάκραινε τις σκιές μας.
Τα σκουρόχρωμα αγάλματα στις μικρές πλατείες έδειχναν το πρόσωπο τους και τα πέτρινα μάτια τους έβλεπαν θολά τις βερολινέζικες φλαμουριές που πάσχιζαν να ανοίξουν τα πρώτα τους ανθάκια.

Εμείς περπατούσαμε ανέμελα στα πέριξ τραγουδώντας χαμηλόφωνα για τον φόβο των Γερμανών.
Σιγά μην καταλάβαιναν τι λέγαμε.
«Θέλω να γί - νω μπουφετζής σε τούρκικους τεκέδες
Να’ ρχονται οι χανούμισσες….»
Τα πάρκα γέμιζαν με κόσμο ανάκατο από όλες της γωνίες της γης.
Άσπροι μαύροι  κίτρινοι σε μια παράσταση συνύπαρξης…και ο ψωριάρης  χώρια.  Πίσω απ το περίφημο τείχος του Βερολίνου δεν ήξερε κανείς μας τι συμβαίνει… Tι να συμβαίνει άραγε…
Μόνο τηλεόραση βλέπαμε από τους «άλλους», τους «δίπλα».
Και σιγά που μας ένοιαζε κι ολας. Εμείς είχαμε  τα μαθήματά μας  τις μουσικές μας και …την βελτίωση των  γερμανικών μας.
Με ρήματα και επιρρήματα.

Και κάποια σούρουπα μας πίκραινε έτσι ξαφνικά μια μακρόσυρτη  μελαγχολία για όσα συνέβαιναν  μακριά μας.
«Σάββατο κι απόβραδο και α-σετιλίνη, στην Αριστοτέλους που γερνάς»

Οι Γερμανοί κάθε πρωί γέμιζαν τα υπόγεια τρένα για να πάνε στις δουλείες τους με μια κιτρινοφυλλάδα  στα χέρια. Φυλλάδα με πολλές φωτογραφίες  και μεγάλους τίτλους. Τίτλους εύκολους ..κλισέ…
« καρχαρίας δάγκωσε σκυλάκι» « 90χρονος παντρεύεται»
Το απογευματάκι πάλι γεμάτα τα υπόγεια τρένα με κόσμο. Χωρίς φυλλάδες  τώρα. Κουρασμένοι. Μοιράζονταν στις συνοικίες του Βερολίνου, στα σπίτια τους. Το βραδάκι καμιά μπύρα και ύπνο νωρίς. Η άλλη μέρα θα έφτανε σε μερικές  ώρες. Άσε που σκοτείνιαζε απ το απόγευμα κιόλας.

Ναι. Σκοτείνιαζε νωρίς στα δρομάκια της Χέρμανπλατς για όλους.
Παίρναμε τον υπόγειο σαν τους ασβούς και μετά από μερικές στάσεις βγαίναμε πάλι στην επιφάνεια.
Βγαίναμε στα φώτα.
Βγαίναμε στον κόσμο.
Κόσμος απ όλον τον κόσμο. Το ανθρώπινο γένος κουκουλωμένο, φασκιωμένο στα κασκόλ και στα παλτά, Φώτα, αυτοκίνητα, μαγαζιά φανάρια επιγραφές. Μια ήρεμη κίνηση σε λειτουργία διαρκείας.
Λεωφόροι των περασμένων  χρόνων. Αυτοκράτορες και βασίλισσες έκαναν  βόλτες με τα μόνιππα κάποτε…
Δρόμοι  φορτωμένοι με ιστορίες και πάθη.
Σκεπές γκρεμισμένες από βόμβες.
Μνημεία που στήθηκαν για να θυμίζουν τις σφαγές και τις συγγνώμες.
Μνημεία που γλίτωσαν και άλλα που έμειναν μισά.
Προς γνώση και συμμόρφωση.

Αλλά τα χιόνια χιόνια. Και οι Έλληνες στα μαγαζιά τους τα βράδια.
Μικρές μπυραρίες με έντονη μυρωδιά από τζατζίκι και «μουζάκα».
Ντεκόρ με μικρές ελληνικές σημαίες, πολυκαιρισμένες φωτογραφίες από ελληνικά νησιά  στο κατακαλόκαιρο, και τραπεζομάντιλα στα τραπέζια που έγραφαν καλή όρεξη στα ελληνικά και στα γερμανικά. Μέσα σε μαιάνδρους  και έναν Λεωνίδα με το δόρυ του σε κάθε γωνία για να μην ξεχνάμε το περασμένα μας.
Δυο σειρές με λάμπες διαφόρων χρωμάτων να κρέμονται πάνω απ τα κεφάλια μας…
Σκηνικό φίνος φιλμ.
Και γνωστές  φυσιογνωμίες.
Χαιρετούρες δεξιά αριστερά χαμογέλα και τετριμμένα λόγια.
Και φυσικά όλοι  οι νεοφερμένοι έκαναν Μπαμ από μακριά.
Από που είσαι ... τι θα σπουδάσεις… Τα γνωστά.
Και άντε να βολέψουμε κι αυτούς σε κάνα σπίτι, καμιά δουλειά.
Και μικρές ορχήστρες στα μαγαζάκια. Ένα μπουζούκι μια κιθάρα μια φωνή. Πάλκο ξύλινο…μικρόφωνα ..ενισχυτές.
Κι αν υπήρχε και κανένα πιάνο κολλημένο στο τοίχο σαν τα μακαρόνια μας …ποιος να παίξει και τι να παίξει.
Μόνο καμιά φορά φώναζε ο Γιώργος ο κιθαρίστας… « κάμε μου ένα λα…ένα λα λέω ρε. Λα είναι αυτό  ρε άμουσε?»
Κι άρχιζαν τα όργανα.
Αμάν πασά μου θα τρελαθώ…τα δυο σου χέρια πήρανε…τέτοια.

Μουσικά σχήματα και οργανοπαίκτες ανθούσαν και άλλαζαν.
Κάθε μαγαζί είχε και το δικό του κάθε φορά, προσπαθώντας να κερδίσει την «αξιότιμο πελατεία του»  με ελληνική ατμόσφαιρα, ελληνική  κουζίνα μετά  μουσικής, και φυσικά γερμανικές βαρελίσιες μπύρες. Να ρέουν αφρίζοντας.
Και κάναμε υπολογισμούς εμείς…  Μετρούσαμε τα λίγα  μάρκα μας. Θα πάρουμε δυο μικρές μπύρες…να περάσει κι η  ώρα να δείχνει και το τραπέζι μας γεμάτο…
Και πέρναγε η βραδιά μέχρι το ξημέρωμα του Σαββάτου.
«Γυφτοπούλα στο χαμάμ, κι εγώ πληρώνω μπιρ-ταμάμ
όσα-όσα τα πλερώνω, να σε βλέπω μπιρ-ταμάμ…»

Ένα τέτοιο σχήμα κέρδισε και τον Δημήτρη μια βραδιά.
-παίζεις Τσιτσάνη πιτσιρίκο? Ρώτησε ένας «φτασμένος» κάποιο βράδυ τον Δημητράκη
- παίζω  λέει… και μου γέλασε στα κρυφά χαμηλώνοντας το κεφάλι
- για δείξε μας…
Και ανέβηκε στο πάλκο το ψηλόλιγνο παιδάκι σαν τις μακαρονάδες του στο  τοίχο. Κολλημένο…
Κάτι τα λα κάτι τα  ντο, κάτι  χιτζάζ και Ουσάκ κάτι ο Τσιτσάνης, έμεινε εκεί όλο το βράδυ.
Και του είπαν να ξαναπάει και πήγε. Και ξαναπήγε και καμάρωνε.
Γεια σου ρε φίρμα του λέγαμε όλοι.
Του δίνανε τα βράδια παραγγελιές.
Έμπαινα και γω μέσα καμιά βραδιά να τον δω …τον είχα χάσει ντε…κι  ας έμενε  ακόμα στο σπίτι μου.
Με έβλεπε και σταμάταγε τα πάντα…έκλεινε μάτι και παρέσερνε και τους λοιπούς οργανοπαίκτες  σε άλλο σκοπό…νέο σκοπό…χαρούμενο
«Για κοίτα κόσμε ένα κορμί που μπήκε μες στο μαγαζί
Αμάν πασά μου θα τρελαθώ….»
-Αι παράτα μας ... μπουζουκομακαρονά …μάθε κάνα Χατζιδάκι…. Άχρηστε…τον πείραζα… Από Σπανό μήπως ξέρεις κάτι?
Γελούσαμε και  έπαιζε…
Πέρναγε  ο καιρός…εγώ τα πρωινά μάθημα, αυτός τα βράδια έξω. Ψιλοχαθήκαμε.
Και μια μέρα γύρισε χαρούμενος που άνοιξαν οι δουλειές και θα πάει και στην Ελβετία.
- Τέρμα οι μακαρονάδες είπε χαμογελώντας.
Και χάθηκε.
Και  έμειναν τα μακαρόνια κολλημένα στη κουζίνα της Ρόιτερ στράσσε 36  τέταρτος όροφος παρακαλώ και έπεσε μια ησυχία, μια βουβαμάρα στο δωμάτιο. Και μια κιθάρα ξεκούρδιστη. Παρατημένη. Άφωνη.
Χαθήκαμε έκτοτε.
Ρωτάει η ζωή ? Εμ… δεν ρωτάει. Σου φέρνει, σου παίρνει… σε ανακατώνει. Ανακατώθηκαν οι ζωές μας πέρασαν τα χρόνια, μεγαλώσαμε αλλά δεν το καταλάβαμε ούτε αυτό…

Κάποτε  γύρισα στην Ελλάδα για πάντα. Αγώνας να ενταχτείς σε μια κοινωνία που είχε αλλάξει…σε τρόπους  που ξένιζαν πια.
Σαν τους ναυτικούς που μαθημένοι καθημερινά στη θάλασσα, ζαλίζονται στη  στεριά.
Ήταν όμορφη τότε  η Θεσσαλονίκη. Δεν την ήξερα κι από πριν…
Μια πόλη να την αγαπήσεις. Στα μέσα της και στα έξω της. Με τις πρωινές της ομίχλες, την υγρασία της και τις λιακάδες της, στα καφενεία της παραλιακής, και στα ουζάδικα της, πέρα στη Κρήνη.
Κι έμεινα εδώ. Δούλευα και την μάθαινα. Και κάθε μέρα περνούσα απ την παραλιακή να διώξω το βλέμμα προς το Καραμπουρνάκι… κατά τον νότο  που παράτησα.

«Χωρίσαμε ένα δειλινό με δάκρυα στα μάτια
Η αγάπη μας ήταν γραφτό να γίνει δυο κομμάτια»….

Οικοσκευές και λοιπά σύνεργα είχαν έρθει μαζί μου. Και κούτες με χαρτιά, βιβλία, δίσκους.. Γυναίκα και παιδί το ίδιο.
Άπαντες παρόντες στην «Συμβασιλεύουσα.»
Φτωχομάνα «να σε πω και να με πεις».
Μέσα σ’ όλα και μια φωτογραφία. Μικρή έγχρωμη  σε γνώριμο τόπο.
Ο τέταρτος όροφος της Ρόιτερ στράσσε…με δυο νέα παιδιά…ο Δημητράκης και γω…ένα μπουζούκι μια κιθάρα…σκοτάδια πίσω..
Τα μόνα φωτεινά τα πρόσωπά μας.
Σκυφτοί πάνω τους, λες και ποιον νταλκά να παίζαμε??…
«Είσαι γύρω μου ένα θαύμα κι είσαι μέσα μου ένα τραύμα»
Δεν θυμάμαι πια…δεν ήξερα τι και πως, και ποιος να την είχε τραβήξει εκείνη την φωτογραφία άραγε?
Και την παράτησα πάλι.
Έτσι κι αλλιώς εδώ είχε καλοκαίρι και τα ραδιόφωνα έπαιζαν
«Κάτσε κάτσε, κάτσε κάτσε. Κάτσε κάτσε στο παπί μου...» σε ρυθμό σάμπας. Και «πάμε για τρέλες στις Σεϋχέλλες» …Όλα εξωτικά. Αλλού γ' αλλού


Και να που άμα θέλει να σε βρει σε βρίσκει…απρόσμενα. Σαν την βουή του σεισμού. Δίσκους χάζευα…σε ξένο  σπίτι. Και εκεί τον αναγνώρισα.
Έβαλα τα γέλια. Πέσαν όλοι επάνω μου. Τι έπαθες και γελάς?
Μα τέτοια γέλια…
Τα άκουγα τα τραγούδια του…στο άσχετο,  στο αυτοκίνητο…στο ραδιόφωνο…αλλά δεν μου καθόταν.. ούτε καν το είχα σκεφτεί. Όμως ήταν ο Δημητράκης με άλλους δυο τρεις. Φουλάρια, μαλλιά. Δισκογραφία.  Ίδιο στυλάκι. Αδύνατος ..ολόιδιος.
Μα τι γέλια έκανα…
Σιγά μην πετάει πια τα μακαρόνια στο  τοίχο ακόμα σκέφτηκα. Και ξανάβαλα τα γέλια…
Και πέρασαν πάλι χρόνια δουλεύοντας τα χιλιόμετρα και τους δρόμους.
Ανά τας κώμας και τας ρύμας εν Ελλάδι. Γκρίζαραν μαλλιά, μεγάλωναν τα παιδιά, αλλάζαμε σπίτια κι αυτοκίνητα. Φουρτούνες και μπουνάτσες.
Και μια νύχτα επιστρέφοντας από κάποια άκρη της Ελλάδας, άκουσα στο ραδιόφωνο ότι έρχεται στη Θεσσαλονίκη. Μεγάλα ονόματα. 
Βαρύγδουπο όνομα γυναικείο, γνωστό ανδρικό, και ο Δημητράκης μαζί.
Καλά είπα…σου την έχω στημένη μαγκάκι μου.
Και είπα ένα βράδυ στη Φώφη… «Πάμε».
Πήραμε και φίλους μαζί. Και είχα και την φωτογραφία.  Πήγαμε.
Πρώτο τραπέζι πίστα. Άδειο σχεδόν το μαγαζί. Άσχετη μέρα.
Πέρναγε ένας «προϊστάμενος», τον πιάνω απ το μπράτσο του λέω μπορώ να δω τον Δημήτρη μέσα? Είμαι φίλος από παλιά…Δεν απόσωσα. 
Είχε γουρλώσει το μάτι του… «τι λέτε κύριε ..δεν γίνονται αυτά…»
Ωπα λέω. Καλά… «Μπορείς να του δώσεις αυτό?» και του δίνω την φωτογραφία στο χέρι.
Εύκολο λέει. Πανεύκολο. Την παίρνει και χάνεται μέσα σε φώτα και ήχους και τραπέζια στολισμένα.
Κοίτα πράματα σκέφτομαι …και γυρίζω στο τραπέζι.
Δεν πρόφτασα να καθίσω και πλακώνουν κάτι ντερέκια πάνω απ το κεφάλι μου  κι άρχισαν να γεμίζουν το τραπέζι λουλούδια…πολλά λουλούδια.. μα λέμε πάρα πολλά λουλούδια. Ξεχείλισαν απ το τραπέζι στο πάτωμα. Χάσαμε αναπτήρες, τασάκια τσάντες.  Όλα.  Έμεινα. 
Άμαθος από τέτοια εγώ.
Γέλασα… μουρλομαγκάκι…
Τι γελάς ρε? με ρωτούσαν εν μέσω δυνατής μουσικής φωτορυθμικών και λοιπών σοουμπιστικων μηχανημάτων.
Γελάω. Έλεγα.
Μα γιατί γελάς? Ρωτούσαν  φωνάζοντας… τι έπαθε αυτός?
Επειδή λέω … γελάω, επειδή,  σκέφτηκα  
Δεν μπορούσα, γελούσα με την εικόνα που είχα σκεφτεί.
Επειδή σκέφτηκα τι θα γινόταν αν αντί για λουλούδια, αντί για λουλούδια έστελνε μακαρόνια. Βρασμένα…
Και έσκασαν να γελάνε όλοι χωρίς να ξέρουν γιατί.
Τους ακούστηκε για κρυάδα. Αλλά γέλασαν. Που να ξέραν…

Κάποτε εδέησε…εμφανιστήκαν. Ταραταντζούμ. Τον έβλεπα, έψαχνε στο χώρο, τον στράβωναν και τα φώτα. Προβολείς στα κατακέφαλα.
Άρχισαν να παίζουν. Τυπικά, επαγγελματικά με τεράστια χαμογέλα. Φεγγοβολούσαν τα σώματα τα δόντια και τα όργανα. 
Δεν ήταν αμάν και πρωτάρηδες αφού!!.
Κάποια στιγμή  με είδε. Έσκασε ένα χαμόγελο από μακριά ακολουθώντας το τυπικό χορευτικό που κάποιος μετρ είχε σχεδιάσει για την παρουσία τους. Έπαιζε και μου έλεγε από μακριά…κοίτα πως καταντήσαμε…
Κουνούσε τα χείλια.  "Μεγαλώσαμε ρεεε…" και συνέχιζε να παίζει.
-Άσε μας ρε Μητσάρα που μεγαλώσαμε …φώναξα αλλά δεν ξέρω τι άκουσε.. Γελάσαμε ..γελούσαν και οι δικοί μου γύρο γύρο.
Ήθελα να του πω  κι αλλά…αλλά που να τα λέω? Οι μεγαφωνικές ήταν πάντα δυνατότερες από την φωνή μου.
Κάποτε κατέβηκαν απ την σκηνή…χειροκροτήματα λουλούδια ..τα γνωστά. 
Και ήρθε σε λίγο. Αγκαλιές φιλιά χειραψίες ..η γυναίκα μου, φίλοι…τι κάνεις πως πας… Τυπικούρες τις ένοιωθα.
Δυο λεπτά στο πόδι. Στο γόνατο. Τον έτρεχαν τα προγράμματα  θα ξανανέβαιναν σε μισό λεπτό. Δεν θα μπορούσε να μείνει περισσότερο.
Αλλά χάρηκε πολύ εξού και τα λέλουδα και την φωτογραφία να την κρατήσει?… ναι?  Ναι. Και να πηγαίνει τώρα επειδή ξαναβγαίνει σε δυο. Και όμορφα χρόνια …όμορφοι  καιροί ρε φίλε. Αξέχαστα χρόνια.
Ναι …πήγαινε. Να πας. Θα τα πούμε σύντομα…Θα βρεθούμε.
Και άρχισαν πάλι τα όργανα. Δυνατά. Πιο δυνατά.
«Ευτυχώς που ξέχασα να μεγαλώσω
κι αν με γυρέψετε…….»

Μετά βγήκαν μπαλέτα, στρας, μικροσκοπικά μπικινάκια, τραλαλά, μπούτια για ξελιγούριασμα και λουλούδια. Πολλά λουλούδια.

Ξαναβγήκαν… Άλλα ρούχα Άλλα φώτα.
Σηκώθηκαν κάποιοι να «ρίξουν» στροφές. Γέμισε η πίστα με «μωρά»
Ατσαλάκωτοι όλοι. Αστραφτερά σκουλαρίκια, φακαντόρο σε λαιμούς κατάλευκους.  Αψεγάδιαστοι.
Το Ζεϊμπέκικο της κοκεταρίας. Των χορτάτων.
Σήκωσα το ποτήρι γεμάτο… κι άδειο το χτύπησα στο τραπέζι.
Πήρα ένα λουλούδι απ το τραπέζι και το πέταξα με ορμή στο πουθενά.

Σηκωθείτε ... πάμε είπα. Σάστισαν…τι έγινε? Γιατί να φύγουμε? Παραπονέθηκαν.
Τους έδειξα τραγουδώντας τι ήθελα … αυτό που άκουγαν απ τα ηχεία.
«είναι που θέλω ξαφνικά να τρέξω
Τι όμορφα εκεί έξω....»

Σήκωσα το χέρι βγαίνοντας. Είπα γεια. Με μπουνιά κλειστή, σφιγμένη. Σαν διαδήλωση ενάντια στο τείχος. Μονάχος μου μπροστά του. Να φωνάζω … γκρεμίστε το ρεεεεε.  Να παγώνει η μπουνιά στον κρύο αέρα. Λες και άκουγα τα βήματα μου σε πλακόστρωτο…έτριξαν τα πατήματά μου. Μύριζε καρβουνίλα παντού ξανά. Λες και χιόνιζε κι είχαν παγώσει τα μούτρα μου. Άχνιζαν οι ανάσες  να ζεσταίνουν τις χούφτες μου. Πετούσα πάνω απ τις στέγες της Χερμαν πλάτζ μαζί με τις τρελές νιφάδες του χιονιού. Στροβιλιζόμουν μαζί τους ανάμεσα σε τούφες από σύννεφο και τα γκριζόμαυρα κτήρια από κάτω. Ανάμεσα στους μικρούς λιγνούς καπνούς των καμινάδων.  Πιο ψηλά από τα ανεμικά κίτρινα φώτα των μεγάλων του δρόμων…

Χιονίζει στο κατακαλόκαιρο?
Είχε ένα φεγγάρι πολλών «κηρίων» να φωτίζει την Αριστοτέλους μέχρι την θάλασσα και δυο πλοία να χαζεύουν φωταγωγημένα σαν νύφες στα κύματα.
Ξεκόλλα …είπα ψιθυριστά στον εαυτό μου, στη φτωχομάνα είσαι πια.
Μην στραπατσάρεις την νύχτα της. Ανάσανέ την.  Άπληστα.
Βούιζαν τα αυτιά μου ακόμα από τα ντεσιμπέλ. Το μυαλό μου ξεφύλλιζε παλιά άλμπουμ με ασπρόμαυρες φωτογραφίες «κατά ριπάς».

Αναρωτήθηκα. Λες τώρα να τραγουδάνε  στο «Μινουί» η Λιλή και η Μαριώ??
Ήταν Πέμπτη. Ταίριαζε. «Τρίτη Πέμπτη μακαρόνια.»
Και κατεβήκαμε τα σκαλιά στο «Μινουί».
Ιερή κατάβαση σε μυσταγωγία των περασμένων που με καταδιώκουν.
«Πριν το χάραμα μονάχος,  εξεκίνησα…..»
«Σ’ αγαπώ κι ήρθα κοντά σου πριν τα ξημερώματα».









                                 Ο ΧΑΝΣ


                                   Οικογένεια του ζωγράφου Adalbert Trillhaase, 1923
                                                   Otto Dix, 1891-1969





Ο
 τέταρτος όροφος έχει δυο διαμερίσματα. Μια γκρίζα παλιά πόρτα και μια όμορφη περιποιημένη ξύλινη. Είναι δίπλα δίπλα για να προσέχει κάποιος την αισθητική αντίθεση.
Η μια η παλιά, είναι η δική μου. Η άλλη, η όμορφη είναι του Γερμανού γείτονα μου.
Δεν τον έχω δει ποτέ. Δεν την έχω δει ποτέ να ανοίγει, δεν έχω δει ποτέ κάποιον να μπαίνει η να βγαίνει.
Όμως ένας κοινός τοίχος χωρίζει το δικό μου δωμάτιο από το σπίτι του Χανς και κάποιες φορές άκουσα ομιλίες, φωνές. Και ένα βράδυ νομίζω ότι άκουσα και γοερά κλάματα. Γυναικεία  κλάματα.
Σάστισα.  Τινάχτηκα απ το κρεβάτι και κόλλησα το αυτί στον τοίχο. Κάποιος φώναζε. Ένας άντρας και μετά μια γυναίκα. Μετά σιωπή. Πάλι μια φωνή και μετά κλάματα. Βουβά… έκλαιγε αυτή. Μια πόρτα χτύπησε με πάταγο. Πόρτα πρέπει να ήταν. Και το κλάμα συνέχιζε να τρυπά τον τοίχο και το μυαλό μου.
Ήταν ένα δείγμα ότι δίπλα μου κάποιοι ζούσαν. Κάποιος χτυπούσε πόρτες και κάποια γυναίκα έκλαιγε.
Το  δείγμα που είχα  ήταν στενάχωρο και πιεστικό.
Πέρασε καιρός χωρίς να ακούσω ξανά ομιλίες η κλάματα.
Ξεχάστηκε εκείνη η νύχτα σιγά σιγά.
Όμως πάντα ήθελα να δω τα πρόσωπα τους.
Δεν θα ήταν κλαμένη και αυτός θα χαμογελούσε. Θα έδειχναν να είναι ευτυχισμένοι σκεφτόμουν. Ήθελα να δω ποιο κλάμα είχε κάνει τις αναπνοές μου να λαχανιάσουν απρόσμενα. Ποιο κλάμα είχε τραβήξει από μέσα μου εικόνες και φόβους αδιόρατους. Ποιο κλάμα με είχε κάνει να ανακαθίσω σαν βούδας στο κρεβάτι μου κοιτώντας μέσα στο σκοτάδι ένα τοίχο. Λες και έβλεπα μέσα απ αυτόν. Χωρίς πρόσωπο. Αλλά νόμιζα ότι έβλεπα μέσα απ τον τοίχο.
Κι αυτή συνέχιζε να κλαίει. Νομίζω ότι άπλωσα το χέρι εκείνη την νύχτα. Ότι το ακούμπησα πάνω στο τοίχο…όλη μου την παλάμη. Σαν να παρακαλούσα να μην κλαίει άλλο.
Μην κλαις.. έλεγα μέσα μου. Μην κλαις σε παρακαλώ.

Αλλά το κλάμα συνέχιζε. Πότε δυνατά πότε ήσυχα και λαχανιασμένα. Περίμενα κάποια αντίδραση, κάποια πόρτα, κάποια φωνή, αυτή η αντρική που πριν φώναζε και χτυπούσε τις πόρτες… κάποια φωνή να ηρεμήσει τα πνεύματα, να μιλήσει ήρεμα, να πάει κοντά της να της πει .. «έλα μην κλαις…» και να το ακούσω μέσα στο σκοτάδι μου. Να ησυχάσω και γω.
Και δεν ερχόταν κανείς.


Ανεβοκατέβαινα τέσσερεις ορόφους χωρίς ποτέ να συναντήσω κανέναν.
Σιγά σιγά ξεχάστηκα με τα δικά μου και σταμάτησα να σκέφτομαι το κλάμα.  Όλα έδειχναν να κυλούν ομαλά για όλους. Το σκεφτόμουν μόνο όσες φορές έρχονταν οι φίλοι μου για καμιά πρόβα. Σκεφτόμουν αν τους ανησυχούμε με τις μουσικές μας παραφωνίες.  Αλλά ούτε σε αυτό υπήρχε αντίδραση
Έτσι και εκείνη την χειμωνιάτικη βραδιά η πρόβα τελείωσε. Κατεβήκαμε τους τέσσερεις ορόφους περάσαμε την εσωτερική χιονισμένη αυλή του σπιτιού και φτάσαμε στην μεγάλη τελική εξωτερική πόρτα που άνοιγε με ένα περίεργο κλειδί. Αν δεν το είχες δεν την άνοιγες.
Κι αν την άνοιγες δεν έπαιρνες πίσω το κλειδί αν δεν ξανακλείδωνες.
Από εκεί και μετά  ο δρόμος. Η Ρόιτερστρασσε.

Γεια … γεια. Τα λέμε μεθαύριο. Και σκόρπιζαν.
Γύρισα να μπω μέσα. Και εκεί είδα τον Χανς. Καθόταν έξω και έδειχνε να περιμένει κάτι. Ένας τεράστιος σε ύψος και βάρος άντρας καμιά σαρανταφευγα  χρονω με φόρμα εργασίας και μια τεράστια δερμάτινη πλατιά ζώνη στη μέση του σαν παλαιστής.
- εσείς παίζεται μουσική στο τέταρτο? με ρώτησε.
Σκέφτηκα ότι μόλις είχαμε ξυπνήσει τον γίγαντα…τέρμα οι πρόβες..
Η καριέρα μας θα έφτανε στο τέρμα της άδοξα…
- ναι εμείς..
- Έλληνες?
- ναι Έλληνες…
- καλά το κατάλαβα.
Και μου άπλωσε το χέρι….. Χανς, είπε και χαμογέλασε περί τα δυο κεφάλια πάνω από μένα …Χερούκλα ήταν… σαν λαδοτήγανο.
- και γω έπαιζα κάποτε μουσική.. έχω πολλά όργανα στο σπίτι..
Τρομπόνια, κορνέτες, τούμπες, μέχρι και ένα βιολί.
Χαμογελούσα .. τι άλλο να έκανα?
Ο Χανς εξασκούσε την βερολινέζικη διάλεκτο επάνω μου χωρίς δεύτερες σκέψεις.
- έχεις καφέ στο σπίτι σου?
-Έχω καφέ στο σπίτι…
- Άντε πάμε


Και ανεβήκαμε τους τέσσερις ορόφους. Άνοιξα την γκρίζα μου πόρτα και μπήκαμε στη κουζίνα. Άρχιζα να ψάχνω  για καφέ …έβαλα νερό στη καφετιέρα…είχα δεν είχα δυο κουταλιές καφέ…έψαχνα κουταλάκι.
Όλα άπλυτα στο νεροχύτη…κούπες άπλυτες από τους φίλους πριν… Μια ακαταστασία και μισή.

Ο Χανς συνέχιζε ακάθεκτος τις ερωτήσεις και γω ζοριζόμουν να τον καταλάβω μέσα απ τα μακρόσυρτα βερολινέζικα γερμανικά του
- έχεις και μουσική ελληνική ?
- έχω
- βάλε ντε!
Την έψαχνα… μια κασέτα είχα όλη κι όλη…Τρίτη ανθολογία … Σπανός.
Δώρο των φίλων μου στη γιορτή μου. Λίγες μέρες πριν φύγω από Ελλάδα. Να ακούω εκεί που θα είμαι μόνος. Να θυμάμαι.
Και ένα κασετόφωνο.
Την έβαλα…
«σπασμένο καράβι να’μαι πέρα βαθιά, έτσι να’μαι»
Η καφετιέρα είχε αρχίζει τα κσουφ κσουφ ..τελείωνε το νερό…
Και ο Χανς είχε πάρει μια έκφραση απογοήτευσης με τεντωμένο τον λαιμό προσπαθώντας να κατανοήσει αυτό που άκουγε.
- είναι ελληνική μουσική αυτό?
- Ναι είναι, είπα με σιγουριά
- δεν είναι ελληνικά αυτό φίλε μου!!
- φυσικά και είναι…
- δεν είναι. Τέλος.
Και σηκώθηκε. Έχωσε τα χέρια στις τσέπες ψάχνοντας κάτι. Πλησίασε την καφετιέρα και έσκυψε να δει μέσα στην γυάλινη κανάτα το αποτέλεσμα της ροής του καυτού νερού μέσα από το φίλτρο με τον λιγοστό καφέ.
- και εσύ έφτιαξες τσάι ...όχι καφέ.
Ήταν  όντος  ένα άθλιο δείγμα καφέ. Έμοιαζε με τσάι. Ξανθοκαφετί.
Αλλά χαμογέλασε συγκαταβατικά και είπε κρατώντας τα κλειδιά του.
- Πάμε σε μένα δίπλα. Εμπρός πάμε.

Και πήγαμε δίπλα. Μέσα απ την περιποιημένη ξύλινη πόρτα. Ένας διάδρομος που οδηγούσε προς την κουζίνα και εντελώς μακριά απ τον τοίχο που μας χώριζε. Πρόσεξα μια κλειστή πόρτα υπνοδωματίου με διαφορές ροζ επιγραφές πάνω της. Σκέφτηκα ότι αυτό το δωμάτιο συνορεύει με το δικό μου.  Εκεί μέσα πρέπει να έκλαιγε . Αλλά ποια έκλαιγε? Μετά την κουζίνα ένα τεράστιο σαλόνι. Τηλεόραση τραπεζαρία καναπέδες .
- Κοίτα είπε και έδειχνε πάνω από κάποιες ντουλάπες.. τα όργανα που έπαιζα


Και είδα διάφορα χάλκινα να γυαλίζουν στο λιγοστό φως. Τρομπόνι, τρομπέτα… τα είχε πράγματι.

Κάτι μου έλειπε. Χάζευα τα μουσικά όργανα αλλά το μυαλό μου έτρεχε σε εκείνο το γυναικείο κλάμα εκείνης της νύχτας. Και δεν έβλεπα καμία γυναίκα εκεί. Όμως το σπίτι έμοιαζε να το κουμαντάρει κάποια γυναίκα. Όλα στη θέση τους. Ταχτοποιημένα. Κουζίνα, ράφια, σαλόνι. Όλα. Δεν μπορεί σκέφτηκα. Κάπου υπάρχει.
Ο Χανς διέκοψε με βροντερή φωνή τις σκέψεις μου
- είναι αλήθεια ότι στην Ελλάδα έχετε χίλια διακόσια πέντε νησιά?
- έχουμε αρκετά  αλλά δεν πιστεύω να είναι χίλια διακόσια πέντε…
- κι όμως έχετε χίλια διακόσια πέντε νησιά…μου το είπε ο φίλος μου ο αστυνομικός.
- δεν ξέρω πόσα έχουμε Χανς… ίσως.. αλλά ακούγονται πολλά τα χίλια διακόσια πέντε…
- μα σίγουρα έχετε. Το είπε ο φίλος μου λέω. Είναι αστυνομικός.
- και πως είναι σίγουρος ο φίλος σου ο αστυνομικός.?
- οι αστυνομικοί τα ξέρουν όλα μικρέ μου Έλληνα…
Σταμάτησα να αναρωτιέμαι. Τι νόημα θα είχε να είναι τόσα η λιγότερα.
Είχε μια νευρικότητα που δεν μπορούσα να καταλάβω. Μια κίνηση περά δώθε στη κουζίνα να κάνει καφέ της προκοπής …στις ντουλάπες να ψάχνει κι άλλα όργανα για να με εντυπωσιάσει και να βάζει ποτήρια  στο τραπέζι για να πιούμε. Μου είπε ότι δούλευε σε μια γνωστή μάρκα παραγωγής μπύρας στην περιοχή  κι ότι όλη μέρα γυρνούσε στο Βερολίνο και κατέβαζε απ το φορτηγό τα γεμάτα βαρέλια μπύρας σε κάθε μπυραρία που τα χρειάζονταν.
- είναι βαριά τα άτιμα. Και πρέπει να τα κατεβάζουμε στα μουχλιασμένα κελάρια και να τα αλλάξουμε με τα άδεια. Κάθε μέρα τα ιδία.
Παρακολουθούσα χαμογελώντας… Ήταν ασταμάτητος και πήγαινε σε άλλο θέμα για να ξαναγυρίσει στο αρχικό.
- εσύ σε νησί μένεις στην Ελλάδα?
- όχι Χανς. Μένω στην Αθήνα.
- όχι στον πειρέους?
- όχι Χανς στην Αθήνα μένω.
- βαρούμ δεν μένεις σε νησί?
- καλή ερώτηση Χανς. Αλλά που να σου εξηγώ.
- Όμως κάτι δεν μ αρέσει στην Ελλάδα πρέπει να πω…
- Τι δεν σ αρέσει Χανς?
- Το κρασί ρετσίνα…



Είχε γεμίσει το τραπεζάκι. Καφές και μπουκάλια με διάφορα αλκοολούχα ποτά. Μοίραζε ασταμάτητα στα ποτήρια μας  και έπινε προτρέποντας και εμένα να πιω.
Σήκωνε τη χερούκλα του με το ποτήρι και φώναζε γεια μας σε σπαστά ελληνικά  με  βερολινέζικη προφορά. Είχε κοκκινίσει το πρόσωπο του αλλά έδειχνε να το χαιρόταν που έπινα μαζί του.
- γεια μας
- γεια μας
Κι άνοιγε κι άλλη μπουκάλι.
Κάποια στιγμή ένοιωσα να περνώ τα όρια που θα άντεχα αυτή την απρόοπτη συνάντηση με το αλκοόλ στο σπίτι  του Χανς.  Ζαλιζόμουν.
Αλλά αυτός συνέχιζε ακάθεκτος την οινοποσία και την λογοδιάρροια του.
- να ξέρεις… οι αστυνομικοί δεν λένε ποτέ ψέματα…έχετε χίλια διακόσια πέντε  νησιά και κρίμα που δεν το ξέρεις εσύ που είσαι και έλληνας…
Δεν μπορούσα να αντιτάξω τίποτα. Ένοιωθα σχεδόν μεθυσμένος. Με κυριάρχησε μια χαλαρωτική ευφορία. Και τα νούμερα στα γερμανικά με μπέρδευαν ακόμα τότε.
- καλά Χανς έχουμε χίλια διακόσια τόσα νησιά
- χίλια διακόσια πέντε!
- ναι όσα ..αλλά είναι όλα πανέμορφα να ξέρεις. Ακόμα και τα πέντε τελευταία που λέει ο φίλος σου ο αστυνόμος.
Σκέφτηκα να ρωτήσω… έχεις παιδιά Χανς ..γυναίκα?
Αλλά έμειναν όλα μετέωρα μέσα μου. Αμάν πια με τις εμμονές μου.
Σηκώθηκε με κόπο. Με κοίταξε με πρόσωπο κατακόκκινο.
- επειδή εδώ κάνει κρύο… δεν είναι Ελλάδα εδώ άλλωστε.
Παραπατούσε.
- Θα σου κάνω ένα ποτό για το κρύο αλλά θα το πιεις όλο.
- όχι άλλο ποτό Χανς … όχι άλλο  δεν αντέχω άλλο..
-Αντέχεις.!
Και άρχισε να ψάχνει τα ποτήρια.
Βρήκε ένα μεγάλο της Μπύρας. Σαν αυτά που πίνουν οι γερμανοί στη Βαυαρία… Θεόρατο. Τρομακτικό.
- Βράζεις  νερό…. ρίχνεις τρεις κουταλιές ζάχαρη… βάζεις  αρκετό ρούμι και γεμίζεις μέχρι επάνω με το καυτό νερό
Τα έλεγε βερολινέζικα. Τα έλεγε μισοζαλισμένα. Στο άκουσμα της «συνταγής» ζαλίστηκα περισσότερο.
Προσπάθησα να διαφωνήσω όσο πιο ευγενικά μπορούσα.
Ότι δεν πίνω πολύ… δεν είμαι καλό «ποτήρι» …Έλεγα.  Ότι μπορούσα έλεγα.!
Αλλά δεν με άκουγε. Μόνο χαμογελούσε από την χαρά της φιλοξενίας με το ζόρι.

Σηκώσαμε τα βαριά ποτήρια. Είχαν ένα πορτοκαλί σκούρο χρώμα . Άχνιζαν.
-Ας πιούμε  φίλε Έλληνα.
Τσουγκρίσαμε και μου φάνηκε σαν κανονιά απ τον Λυκαβηττό
Κάτι σαν εθνική γιορτή μετά παρελάσεως… Με Μπάντα να παιανίζει στο Σύνταγμα. Δεν θα έπαιρνα και όρκο για το Σύνταγμα. Αλλά παιάνιζε.
Κι όσο έπινα το ζεστό μείγμα  με  ζάχαρη και ρούμι τόσο νόμιζα ότι η παρέλαση είχε ξεστρατίσει προς το Χίλτον κι ανέβαινε για τον Καρέα.
Και η μπάντα με τις τούμπες και τα τρομπόνια του Χανς να γυαλίζουν στον αττικό ουρανό έπαιζε βαλσάκια τύπου  άστα τα μαλλάκια σου…
- Μάλλον έχω πιει πολύ Χανς.
- Μια χαρά είσαι… συνέχισε.
Και συνέχισα…. Και η μπάντα είχε μαέστρο τον Χανς και ανηφόριζε προς τον Βύρωνα  και ψηλά ήταν  ο Υμηττός μέσα στα πεύκα  και είχε  κι ένα αεράκι δροσερό κι ας ένοιωθα τα μαγουλά μου να καίνε και ήθελα να σηκώσω τα μανίκια να δροσιστώ… αλλά πώς να το κάνω? Αφού έπαιζα το μεγάλο τύμπανο κι έβλεπα στα πεζοδρόμια  φίλους…όλους τους φίλους μου να με χαιρετούν κι έδειχναν χαρούμενοι…κι περπατούσαν μαζί με την μπάντα παράλληλα…κι εγώ  εν μέσω ιαχών φώναζα….γεια σου Σπυρέτο…. γεια σου μήτσι… γεια σου Σπυράκο μικρέ… και κουνούσαν τα χέρια τους με μικρές γαλανόλευκες σημαιούλες πίσω από μια  παρέα κοριτσιών με μπλε ποδιές κι άσπρα γιακαδάκια που κρατούσαν μια μικρή ταμπελίτσα σε χαρτόνι  .. « Γυμνάσιο Θηλέων Ηλιουπόλεως».
Και η γκρανκάσα τρυπούσε τα αυτιά μου  Ντούπ  ντούπ.
- Γειαααα μαςςς  Πιες!! Άσπρο πάτο αρχαίε Έλληνα φίλε μου!!!.
Με επανέφερε κάπως η προτροπή με προφορά  Πρώσου  στρατηγού.
Και εκείνο το ρημαδοποτήρι μου έμοιαζε μεγαλύτερο.
Ήμουν πια σίγουρος . Είχα ξεπεράσει την αντοχή μου στα οινοπνεύματα.
Το βλέμμα μου είχε γίνει καλειδοσκόπιο.
- ξεχάσαμε την μουσική.!!!  Πάω να βάλω μουσική…Νόμισα ότι τσίριξε.
Σηκώθηκε παραπατώντας.  Κι όταν κατάφερε να σταθεί σταμάτησε. Σαν να άκουσε κάτι. Άλλαξε η όψη του σαν να προσπαθούσε να καταλάβει κάτι.
Ωχ σκέφτηκα…κι αυτός παρελάσεις βλέπει.  Ώρες είναι να τεντώσει το χέρι και να φωνάξει κάνα χαιλ..

Είδα την γάτα κάπως σε αργή κίνηση να φεύγει από το δωμάτιο προς το βάθος του διαδρόμου. Άκουσα μια πόρτα να κλείνει. Κλειδιά κουδούνιζαν και έκανε την εμφάνιση της μια γυναίκα.

Είχε ένα αγριεμένο πρόσωπο και κάπως κόκκινα μαλλιά. Το βλέμμα της που έπεσε επάνω μου ήταν κάτι μεταξύ μίσους και αηδίας για την παρουσία μου εκεί. Ίσως και για την ύπαρξη μου σε αυτόν τον κόσμο.
Γύρισα προς τον Χανς. Προσπαθούσε να σταθεί με τη χερούκλα να στηρίζεται στην άκρη του καναπέ. Είχε ένα ηλίθιο ενοχικό χαμόγελο καθώς σηκωνόταν. Είπε κάτι σαν… η γυναίκα μου … η Γκάμπυ και ξανασωριάστικε στον καναπέ ψελλίζοντας…
- να σου εξηγήσω…  από εδώ ο γείτονας.. και με έδειχνε με το χέρι.
-ο γείτονας είναι Έλληνας!!! … συνέχιζε με κατακόκκινα μάγουλα και γουρλωμένα μάτια δείχνοντας προς το διαμέρισμα μου με το δάχτυλο του στον αέρα να κάνει στροφές
Τον διέκοψε με υψωμένη φωνή και τα χέρια στη μέση
Τον κοίταξε κατάματα.
- Δεν χρειάζεται. Δεν θέλω να ακούσω  λέξη . Όλη μέρα πίνεις. Σε βαρέθηκα πια. Σταμάτα  να πίνεις. Από το πρωί πίνεις και πίνεις. Κάνεις μόνο αυτό που δεν πρέπει!
Κι άρχισε να μαζεύει τα μπουκάλια και τα ποτήρια απ το τραπεζάκι με ορμή και θυμό.  Κάθε τόσο μάζευε με νεύρο τα μαλλιά της απ το μέτωπο.
Με γεμάτα χέρια από ποτήρια και μπουκάλια έκανε προς την κουζίνα Έλεγε μόνη της  για το αλκοόλ, έλεγε για μένα, είπε για τα πάντα.
Ο Χανς απέναντι μου είχε βάλει τα χέρια στα γόνατα του και με κοιτούσε με το σώμα να πέφτει προς τα εμπρός σχεδόν μπροστά στο πρόσωπο μου.
- Θα την σκοτώσω κάποτε … είπε εμπιστευτικά κάπως. Συνωμοτικά.
Σταγονίδια σάλιου έφευγαν ανάμεσα από λέξεις και  δόντια.
Στο χέρι μου είχε μείνει το βαρύ ποτήρι μισοάδειο. Το ακούμπησα στο τραπεζάκι μπροστά μου και έκανα να σηκωθώ. Όπως μπορούσα. Δεν ήταν κι εύκολο να σηκωθώ.
Κάποτε στάθηκα. Το μυαλό μου καιγόταν.
Είπα ένα ανακουφιστικό αουφ βιντερζεεν και δεν αποκρίθηκε κανείς.
Η Γκάμπυ συνέχιζε να χώνει για τα όσα έχει πιει απ το πρωί ο άνδρας της και ακόμα περισσότερα, που πια δεν μπορούσα να καταλάβω.

Άνοιξα την πόρτα μου δύσκολα
Είχα μια ατελείωτη ζαλάδα  όταν ξάπλωσα  εκείνο το βράδυ. Στ’ αυτιά μου αντηχούσαν τα ακατανόητα,  θυμωμένα γερμανικά της γυναίκας του Χανς. Λες και περνούσαν τεθωρακισμένα. Μέσα στο δωμάτιο μου. Δίπλα μου. Λες και θα έπεφτε ο τοίχος και μέσα απ το χάλασμα θα έσκαγε μύτη η κάνη τους μαύρη κι απειλητική.
Η κοκκινομάλλα που ρίχνει βλέμματα μίσους. Ένας θυμωμένος άνθρωπος. Και γω εκείνη την νύχτα ξενύχτισα με τον πόνο της…με το κλάμα της και σπάραξε η καρδία μου για έναν άγνωστο άνθρωπο που έκλαιγε μέσα στη νύχτα.
Κι είχα μείνει μαζί της εκεί κοιτώντας ένα τοίχο. Ακουμπώντας τον με τις παλάμες ανοιχτές.  Παρακαλώντας να συμβεί κάτι καλό και να σταματήσει το δάκρυ της να τρέχει. Να σταματήσει το αναφιλητό  κι ο βρόγχος που λες κι είχε στο λαιμό της.
«Άιντε να χαθείς παλιό κουρούνα» σκέφτηκα μέσα στη ζάλη μου.
Αντηχούσαν οι φωνές των φίλων μου σ εκείνη την περίεργη παρέλαση που σκάρωνε το ζαλισμένο μου μυαλό. Ήθελα να ήμουν μαζί τους. Να κρατούσα μια σημαιούλα και να μας δρόσιζε  το αεράκι του  Υμηττού.
Να ανέμιζαν κουρτίνες από τ ανοιχτά παράθυρα στο πατρικό μου.
Να έπεφτε ένα κόκκινο σούρουπο πάνω απ τον Σαρωνικό.
Ζαλιζόμουν επικίνδυνα.

Στο τελείωμα  του χειμώνα είχα αλλάξει  ζωή. Κοιμόμουν αλλού. Το σπίτι στη Ρόιτερ έμενε αδειανό κι έρημο. Σπάνια πήγαινα πια.
Και ξαναήρθε ο άλλος χειμώνας με τα κρύα του και τα χιόνια του. Και γω είχα βρει ένα νέο δωμάτιο να μένω σε κάποια φοιτητική εστία. Στο κέντρο. Οι επισκέψεις μου στην Ρόιτερ στράσσε είχαν αραιώσει. Ελάχιστα πράγματα είχα πια εκεί και έπρεπε να τα πάρω κάποτε.
Και πήγα ξανά για τελευταία φορά.
Αποφασισμένος να τα μαζέψω όλα.
Κάποιος χτυπούσε την πόρτα μου. Σήκωσα το κεφάλι παραξενεμένος.
Ποιος να χτυπά?. Ποτέ κάνεις δεν μου είχε χτυπήσει αυτή την πόρτα.
Με έκπληξη που πρέπει να ήταν χαραγμένη στο πρόσωπο μου άνοιξα.
Στεκόταν απέξω η Γκάμπυ. Χαμογελούσε. Με κόκκινα μαλλιά. Έδειχνε όμορφη, αλλαγμένη, χαρούμενη.
- ο φίλος σου είναι άρρωστος, κρυολόγησε  και μου είπε να σε βρω. Θέλει να του κάνεις παρέα είπε… σε ψάχναμε καιρό. Αλλά που να σε βρούμε…!
Κόμπιασε λίγο, χαμήλωσε τα μάτια πήρε μια ανάσα και συνέχισε…
- συγγνώμη για τότε ... αλλά πρέπει να σου πω ότι ο φίλος σου πήγε στο νοσοκομείο για τον αλκοολισμό του…δεν έπρεπε να πίνει…..κακό πράγμα το αλκοόλ  έτσι δεν είναι?
Με κοιτούσε στα μάτια σαν συγγνώμη χωρίς φωνή.
-Θα έρθεις ε?

Έκλεισα και πήγα.
Ήταν σαν τον καίσαρα σε ανάκλιντρο. Χαμογελούσε μέχρι τα αυτιά όταν μπήκα μέσα. Σκεπασμένος με κάποιες κουβέρτες. Ανασηκώθηκε  λίγο.
- Γεια σου αρχαίε Έλληνα είμαι άρρωστος …κρύωσα… σκατόκαιρος εδώ. Πόσους βαθμούς έχει στην Ελλάδα τώρα?
- δεν ξέρω πόσους βαθμούς έχει η Ελλάδα αλλά σίγουρα θα ξέρει ο φίλος σου ο αστυνόμος… Η αστυνομία τα ξέρει όλα. Έτσι δεν είναι Χανς?
Σκέφτηκα να του πω  ότι ξέρω και μια συνταγή με ζάχαρη και ρούμι για τα κρυολογήματα. Αλλά δεν τόλμησα.

Και έσκασε στα γέλια σαν αρκούδος των πάγων μέχρι που τα γέλια έγιναν βήχας και η Γκόμπι έτρεξε να του χτυπήσει την πλάτη και γω το ίδιο και ο Χανς έβγαλε τις χερούκλες απ τις κουβέρτες κι ανασηκώθηκε κάπως να συνέρθει και είπε…
- αυτός ο ηλίθιος όλα τα ήξερε μόνο ένα δεν ήξερε. Που ήσουν τόσο καιρό χαμένος. Αρχαίε Έλληνα γείτονα. Που ήσουν λοιπόν?

Και η Γκάμπυ μας έκανε σωστό γερμανικό καφέ – με μια μύτη αλάτι στο φίλτρο παρακαλώ - και πίναμε με τις ώρες και γελούσαμε με τη δυσκολία μου να καταλάβω τα βερολινέζικα τους, και μετά πήγε και κάθισε δίπλα του, κολλητά του, κι αυτός την έκλεισε με τα τεράστια χέρια του ακουμπώντας με τα μάγουλα του τα κόκκινα μαλλιά της  και τίποτα δεν θύμιζε μια νύχτα με κλάματα και λυγμούς πίσω από έναν τοίχο, ούτε μια άλλη νύχτα που μύρισε αλκοόλ  όλος ο τέταρτος όροφος.
Ήθελαν λέει να πάνε κάποτε διακοπές στην Ελλάδα, και να κάνουν περιπάτους μακρινούς τα ηλιοβασιλέματα χέρι χέρι… και χαμογελούσαν και οι δυο σαν φρεσκοερωτευμένοι.
Και  είπαμε για τα νησιά μας και τον όμορφο καιρό μας, και τις ατέλειωτες ολόφωτες ξανθές αμμουδιές μας – ναι εκεί θα έκαναν μακρινούς περιπάτους – και για καταγάλανα νερά και για αρχαίες μας κολόνες που είναι πεσμένες παντού σ’ όλη την χώρα…
Και ήταν ένα ευχάριστο απόγευμα με τον κρυωμένο Χανς και την κοκκινομάλλα γυναίκα του την Γκάμπυ
Και μου είπαν να ξαναπεράσω.
Και το υποσχέθηκα.  Θα ξαναπεράσω να σας δω κάποια άλλη φορά τώρα πια που μετακόμισα στην Άνσμπαχερ στράσσε και δεν θα είμαι δίπλα.
Όμως δεν ξαναπέρασα.
Και χρόνια μετά το μετάνιωσα. 
Αλλά μακρινέ φίλε Χάνς … ακόμα δεν έμαθα αν έχουμε χίλια διακόσια πέντε νησιά…
Ούτε αν είστε ακόμα τόσο αγαπημένοι όσο την τελευταία φορά.
Η αν κλαίει πίσω απ τον τοίχο η Γκάμπυ τις νύχτες μόνη της…
Και δεν θα το μάθω ποτέ.





Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου