TOXOBO RADIO

ΝΕΟ ΦΟΡΕΜΑ.

Κάθισε απέναντι του όταν βγήκε από το μικρό κουζινάκι. Τράβηξε την καρέκλα προσεκτικά να μην κάνει θόρυβο, μάζεψε την ποδιά της γύρω από τα γόνατα κι έκατσε μαζεμένη με τα μάτια ριγμένα στα σχέδια του μωσαϊκού στο πάτωμα. Μετά κρέμασε τα πόδια της, αγκιστρώνοντας, τα μικρά επίπεδα τακούνια των λευκών  κακοβαμμένων παπουτσιών, στο μεσαίο οριζόντιο ξύλο της καρέκλας, και βάλθηκε να προσπαθεί να σφίξει την μικρή χρυσαφί αγκράφα του αριστερού παπουτσιού της. Πίσω της ένα ανοιχτό παράθυρο να βλέπει σε έναν μικρό κήπο με μια αγριολεμονιά  με μικρά γυαλιστερά φύλλα κι ένα άρωμα που ανακατευόταν με το ζεστό μεσημεριανό αεράκι, και  περνούσε και χάιδευε  μια σειρά από γλάστρες ολάνθιστες μια μια, πάνω σ ένα  τσιμεντένιο γείσο. Δίπλα στις γλάστρες, στα απομεινάρια ενός παλαιού συρματοπλέγματος, ανέβαινε αργά και επίμονα, ένα γιασεμί, με μικρά λευκά ανθάκια.

Μετά, ένας σκονισμένος χωματόδρομος με κάνα δυο σπίτια, ένα εδώ, ένα πιο πέρα. Στο ανάμεσο δυο μαυριδεροί, ηλιοκαμένοι  οικοδόμοι, στο γιαπί,  κάρφωναν μαδέρια στις τσιμεντένιες κολώνες, μια μαυροντυμένη γέρικη φιγούρα ανέβαινε τον δρόμο κι ο μπακάλης της γειτονιάς, με την άσπρη ποδιά περασμένη στο λαιμό του, κατέβαζε τα ρολά για μεσημέρι, με θόρυβο.

Παράτησε την χρυσάφι αγκράφα με ένα «ουφ πια.. ξεχαρβαλώθηκε κι αυτή» και έστρεψε τα μάτια της πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα τους. Κοίταζε τα απλωμένα τετράδια , κάνα δυο μολύβια, μια σβύστρα κι ένα κλειστό βιβλίο.

 «Αναγνωστικό ΣΤ’ Δημοτικού»

«Διαβάζεις γι αύριο; » τον ρώτησε. «δύσκολο το ποίημα ε;. Εγώ ακόμα δεν το διάβασα. Αργότερα. Είχα και την πρόβα… »

Ο άλλος έγνεψε ναι «δύσκολο είναι» και άνοιξε την σελίδα  ψευτοδιαβάζοντας μια γραμμή σαν μουρμούρισμα.

«αυτό είναι το ιερό πανί τα γαλανό και τ άσπρο…» 

Τα παράτησε και την κοίταξε με ερωτηματικό στα μάτια.

- σου ράψανε νέο φόρεμα μέσα; Κι έδειξε κατά την κουζινούλα.

- Ναι. Μου πήρε μέτρα η μάνα σου για τον αρραβώνα. Πλησιάζει ο καιρός.

Έδειχνε να ζεσταίνεται ξαφνικά. Κοκκίνισαν τα μάγουλά της, κοιτούσε μια στο πάτωμα ξανά, μια εκείνον φευγαλέα, ντροπιάρικα, μια την χαλασμένη αγκράφα..

- και οι εξετάσεις τον άλλο μήνα; Για το γυμνάσιο λέω. Δεν θα δώσεις εξετάσεις;

Κούνησε αρνητικά το κεφάλι της κοιτώντας τα μωσαϊκά. Πλατάγισε η γλώσσα της ανάμεσα από τα δόντια ένα «τσου», μισό βγήκε κι αυτό, σαν να έχασε τα μισά λόγια της μέσα στα κοκκινισμένα μάγουλά της,  σαν να γέμισε το στόμα ξαφνικά με σάλια κι άρχισε να ξεροκαταπίνει, τίναξε το κεφάλι πίσω, έκανε πως στρώνει την στέκα στα μαλλιά, κάτι την ενοχλούσε στο κεφάλι, έκανε να ξυστεί, φάνηκαν δυο δάχτυλα ισχνά με δαγκωμένα νύχια, φαγωμένα,  και η αγκράφα είχε πάλι φύγει από την θέση της. Σηκώθηκε απ την καρέκλα, «άντε πια αυτή η μάνα μου, ακόμα να τελειώσουν την κουβέντα μέσα, είναι και αργά και πρέπει να φάω, να διαβάσω...»

Χωρίς πείσμα τα έλεγε. Μια σιγανή φωνή, ένα παράπονο στο πουθενά, κανένας αποδέκτης. Μόνο ο εαυτός της ίσως να ήξερε. «…και αυτό το ποίημα είναι μεγάλο! Θα προλάβω;…»

Γύρισε προς το ανοιχτό παράθυρο με τα χέρια μαζεμένα μπροστά. Κοίταξε έξω εκεί στον άδειο δρόμο. Μόνο τα καρφώματα από τους ηλιοκαμένους οικοδόμους ακούγονταν μονότονα  και κάτι γελάκια από τις μανάδες τους, πίσω στο κουζινάκι.

- και μετά θα παντρευτείς; Δηλαδή, λέω, μετά τον αρραβώνα;!

Έβαλε τα χέρια στη μπλε ποδιά της, κοιτώντας τα δάχτυλά της λες και τα μετρούσε. Γύρισε προς το μέρος του σαν να μην είχε ακούσει τι την ρώτησε, σαν να ήταν χαμένη σε σκέψεις, το ποίημα ίσως;, ο αρραβώνας της;, ο γάμος;. 

Σαν να την βάραιναν αυτές οι έννοιες, σαν να μην είχε καμία απάντηση σε ολ’ αυτά, ίσως πάλι να τα έψαχνε μονή της, κάπου μέσα της, σαν κάπου να είχε χαθεί, κι είχε ένα φόβο, ένα βάρος, να της πλακώνει μυαλό και σωθικά. Σκεφτόταν την πρόβα, πριν, στο κουζινάκι… «σήκωσε το χεράκι σου Έλλη, ναι έτσι, κράτησέ το ένα λεπτό θα μου πάρει να σημειώσω»… « γιατί να ξέρεις το σωστό φόρεμα το κάνουν τα σωστά μέτρα ε;». Σκεφτόταν τα χαμογέλα και την χαρά της μάνας της να την βλέπει με τα κομμάτια ύφασμα επάνω της , σαν κουρέλια τα έβλεπε αυτή, αλλά δεν έλεγε τίποτα,  μόνο έκανε ότι της έλεγαν μάνα και μοδίστρα μαζί… άκουγε τις ερωτήσεις και τις αποκρίσεις, τα σχόλια.. « εμείς έτσι το συνηθίζουμε στο νησί μας.. τα τάζουμε τα κορίτσια μας από μικρά μικρά»  και να κάτι γέλια των γυναικών.. η μάνα από καμάρι, η μοδίστρα από ανάγκη να κόψει και να ράψει ακόμα ένα φόρεμα, ένα μεροκάματο ήταν, λίγα λεφτά παραπάνω ποτέ δεν έβλαψαν κανένα  και μετά πάλι να ακούει  «ο γαμπρός μας..απολύεται σε 20 ημέρες θα έρθει στην Αθηνά να δουλεύουν στις οικοδομές, έχουν καλά λεφτά οι οικοδομές ξέρεις, να ζήσουν καλά τα παιδιά που είναι νέα και μπορούν και άσε μας εμάς…» και  «κάτσε Έλλη μου, ίσια, να καρφιτσώσω το στρίφωμα ..έλα, να, τελειώσαμε, αυτό ήταν!. Μια κουκλίτσα θα είσαι στον αρραβώνα..».  

Και χτυπούσαν οι λέξεις στο κεφάλι της, την ανακάτωναν, την ζάλιζαν, και στριμωχνόταν ανάμεσα στην απόφαση των γονιών να την «τάξουν» και σε κάποιον άγνωστο .. « καλό παιδί, δουλευτάρης, σεβαστικός..» που δεν τον ήξερε αυτή,  αλλά τον ήξεραν όλοι οι άλλοι, οι δικοί της οι άνθρωποι που πάσχιζαν για το καλό της από τότε που την είδαν να βγαίνει σε τούτο τον κόσμο σαν κορίτσι και δεν ήξερε, μπορεί και να είχαν δίκιο, μπορεί και να ήταν καλό παιδί τελικά, αλλά σίγουρα ήξεραν καλύτερα, ιδίως ο πατέρας που κράτησε το έθιμο του νησιού, αλλά και τον λόγο του και την έταξε από μικρή .. «είναι καλή οικογένεια οι συμπέθεροί μας..»

Και μέσα σε ολ’ αυτά είχε και την αγωνία του δάσκαλου, γιατί αύριο δεν θα ήξερε το ποίημα απ έξω.. « νεράκι,  νεράκι να το λέτε..!» 

Και θα έπαιζαν τα παιδιά το απόγευμα με τις μπάλες και τα ξυλίκια στον δρόμο τρέχοντας και φωνάζοντας, θα ακούγονταν από μακριά τα γέλια τους, ποιος θα τα φυλάει και ποιος θα κρυφτεί και που να κρυφτεί,  να είχε κι αυτή μια γωνιά, να είχε μια κρυψώνα καλή, να μπει μέσα και να μην την βρίσκει κανείς, να περάσουν τα χρόνια μπας και δεν χρειαστεί να προβάρει αυτό το φόρεμα,  να μην χρειαστεί να σταθεί δίπλα δίπλα με αυτόν που είναι καλό παιδί και δουλευτάρης και σεβαστικός, να μην χρειαστεί να αντικρίζει γύρω από το τραπέζι με τα εικονίσματα και τα χρυσά δαχτυλίδια ακουμπισμένα στο ολόλευκο τραπεζομάντηλο, «κεντημένο χρόνια τώρα, γι αυτή την ημέρα από την γιαγιά της…»  και να η μεζούρα, να ξετυλίγεται και να μετράει ξανά και ξανά τα ισχνά ποδαράκια της και τους ωμους και την περιφέρεια και να ένα σαπουνάκι να βάζει άσπρες γραμμές στα υφάσματα, ακατανόητες άσπρες γραμμές πάνω στο ύφασμα,  σαν να το έπαιρνε η ίδια στο χέρι της και να τραβούσε άσπρες γραμμές επάνω σε  πρόσωπα από «χαρούμενους συγγενείς» ή μακρινές γιαγιάδες που δεν ήθελε να βλέπει, ούτε  το αυστηρό ύφος του πατέρα της να βλέπει, ούτε τα κρυφά δάκρυα της μάνας,  ή να ακούει ευχές χιλιοειπωμένες, «να ζήσετε να ευτυχίσετε», κι αλλά, που της έμοιαζαν πιο δύσκολα, πολύ πιο δύσκολα απ το ποίημα του δάσκαλου και σίγα, μια ώρα να καθόταν θα το μάθαινε το ποίημα νεράκι, απ έξω θα το μάθαινε!, αλλά είχε και την πρόβα και δεν ήταν σημαντικό, της είχαν πει, να συνεχίσει και στο γυμνάσιο, αφού η ζωή της θα ήταν άλλη μετά από ένα μήνα. Όλο αυτά ακούει στο σπίτι, αλλά ακούει και τα άλλα παιδιά να τρέχουν τα απογεύματα και να γελάνε με τα παιχνίδια τους και στήνει αυτί να ακούσει κάτι απ τις φωνές, ποιος κέρδισε στα μήλα και ποιος στο ξυλίκι και αναθαρρεί η ψυχή της και ρωτάει την μάνα της, μήπως να βγει κι αυτή να τρέξει μια στάλα, να κυνηγήσει  τα μήλα κι ας χάσει πια, αλλά δεν πειράζει που θα χάσει γιατί θα είναι με τα παιδιά, μια παρέα είναι όλοι, αλλά δεν την αφήνει να βγει στο δρόμο. 

- Εσύ; Θα δώσεις για το γυμνάσιο; 

- Ναι θα δώσω. 

-ωραία θα είναι! Λες να περάσεις; 

Χαμογέλασαν και τα δυο μαζί, λες απ το αστείο, λες απ την ένταση της Έλλης που είχε φανεί στα μάτια της, λες από το αεράκι που έμπαινε απ τα ανοιχτό παράθυρο μαζί με τις κουρτίνες, που ανέμιζαν από την ευωδιά των μικρών λουλουδιών, στις γλάστρες και απ το γιασεμί, που είχε μόλις πετάξει τα μικρά πάμπολλα λευκά ανθάκια,  ανάμεσα στα γυαλιστερά καταπράσινα φύλλα του.

Οι γυναικείες φωνές από την κουζίνα είχαν περιοριστεί σε πόσα τώρα, πόσα όταν το ετοιμάσεις και πόσα με την τελική πρόβα. Ακούστηκε η πόρτα να ανοίγει, εμφανίστηκαν και η δυο μαζί, δίπλα δίπλα, χαρούμενες, χαμογελαστές, η μια με μια κίτρινη μεζούρα περασμένη στο λαιμό, πάνω από μια ρόμπα ξεθωριασμένη, με καρφίτσες ακόμα στο ένα πέτο,  η  άλλη πιο γεμάτη, πιο ψηλή, με ένα κότσο σφιγμένο στα μαλλιά. Στάθηκαν και οι τρεις στην εξώπορτα, είπαν οι μεγάλες τα σχετικά, «καλό μεσημέρι , με το καλό», «σε μια εβδομάδα άντε δέκα μέρες θα κάνουμε την τελευταία πρόβα, ναι, ναι μια χαρά θα είναι έτσι», «πολύ καλά και θα κλείσουμε και τον λογαριασμό», «ναι μια χαρά, μην ανησυχείς!»  

Ακούστηκαν τα βήματα τους, έξω, να απομακρύνονται , φάνηκαν να περνούν μπροστά απ το ανοιχτό παράθυρο, κατά κάτω, η μάννα μπροστά, αγέρωχη, με σίγουρο βήμα, η μικρή πίσω, να γεμίζει το βήμα να την προλάβει, φτιάχνοντας εκείνη τη στέκα στα μαλλιά, που όλο έπεφτε μπροστά στα μάτια της κι εκείνο το αεράκι, το ξαφνικό,  μέσα στο μεσημέρι να γεμίζει τα μάτια της με σκόνη,  και είχε να μάθει και το ποίημα, είχε  κι εκείνη την ενοχλητική χρυσαφί αγκράφα, την ξεχαρβαλωμένη,  που δεν έκλεινε καλά κι έκανε το αριστερό της παπουτσάκι, να βγαίνει και να μπαίνει στο πόδι της κι εκείνη να το σέρνει, να προλάβει, την μάνα  μπροστά.

Την συνάντησα τυχαία μισο αιώνα αργότερα στην παλια γειτονιά. Μια πολύβουη γειτονια πια, με αλλα σπιτια, νεα ψηλά και μοντέρνα. Με νέους κατοίκους, άγνωστοι μεταξύ αγνώστων. Με αναγνώρισε με ένα πλατύ χαμόγελο ανάμεσα σε λίγες περιποιημένες ρυτίδες. 

Χάρηκε που με ξαναείδε ειπε.. “χάθηκες πια και συ, σε κέρδισαν τα ξένα μέρη”... “με περιμένουν τα παιδιά στο αμάξι”

Χαμογέλασα και γω μέσα στις δικες μου ρυτίδες και ασυναίσθητα, καθως απομακρυνόταν, λες και με τραβούσε κατι,  λες κάποια παλια εικόνα καρφωμένη στο μυαλό μου, πενήντα χρόνια μετά πια, με έκανε να κοιτάξω παλι τα παπούτσια της, μήπως και εκείνη η παλιά ξεθωριασμένη χρυσαφί αγκράφα, έστεκε ακόμα εκει, μπας και την τυραννούσε ακομα στο περπάτημα. Ομως οχι, η χρυσαφί αγκράφα ήταν πια ενα ήρεμο σταθερό και μαλακο παπούτσι που της χαριζε ενα άνετο και σίγουρο βάδισμα γεμάτο αυτοπεποίθηση για την πριν και για την μετέπειτα ζωή της. Έτσι μου φάνηκε τουλάχιστον. Την πραγματικη αλήθεια την γνωρίζει μόνο η ίδια.


                             
                                    ΕΛΑΙΑΙ – ΕΛΑΙΑ ΚΑΛΑΜΩΝ

Ξημέρωνε ένας Σεπτέμβρης ανάμεσα στην εκκλησία της Θεοτόκου και την παραλία.
Ο δρόμος γεμάτος με πολύχρωμες παράγκες μικροπωλητών κι ένα πρωινό αεράκι αλατισμένο απ τα πρώτα ήρεμα κύματα του πελάγους,  σκούπιζε τα απομεινάρια της προηγούμενης νύχτας απ την άσφαλτο.
Τον είδα να έχει σηκωθεί πρώτος απ το ράντζο πίσω απ το παράπηγμα. Πέρασε ανάμεσα απ τους πάγκους με τα εμπορεύματα,  με τα δυο χεριά πίσω σταυρωμένα κι ένα ύφος σκεπτικό, συνοφρυωμένο. Στάθηκε μπροστά στο άνοιγμα που έβλεπε την θάλασσα στο βάθος, πήρε το ένα χέρι και το έφερε στο μέτωπο σαν να μετρούσε πυρετό. Μετά πέρασε  ένα χάδι λες, στα λίγα γκριζαρισμένα μαλλιά του μέχρι πίσω. Μέχρι τον σβέρκο.
Σαν  χτένα που χτενίζει σκέψεις και μαλλιά μαζί.
Ανασηκώθηκα. 
Έτριξαν τα πόδια του ετοιμόρροπου ράντζου και γύρισε προς το μέρος μου. Άπλωσε ένα χαμόγελο τεράστιο και είπε καλημέρα με μια στάλα σάλιο  να απλώνεται στο χείλος του.
-ξύπνιος είσαι ε?
-ε ναι.
-σήκω έλα… Μέχρι να σηκωθούν οι άλλοι θα έχουμε επιστρέψει.
Έτρωγε λίγο τα  λάμδα απ τις λέξεις μερικές φορές
Πετάχτηκα πάνω. Στάθηκα διπλά του έτοιμος.  Καμάρωνα. . Μου έριχνε ακόμα ένα κεφάλι . Κι αν δεν έγερνε, επειδή καμπούριαζε  -απ τα χρόνια απ τα βάσανα?  ποιος να ήξερε πια? -  θα μου έριχνε και δυο.
Βγήκε αποφασιστικά απ την παράγκα και μου έκανε νόημα να ακολουθήσω. Τι κι αν ρώτησα που πάμε η απάντηση ήταν  «θα δεις… έααα». 
Κι έτρεχα να προλάβω το βήμα του.
Δρασκέλισμα λέμε .. και με τα χέρια πίσω.  Σταυρωμένα. Πλησίαζε τα εξήντα.
Ο δρόμος μου έμοιαζε μακρύς  κι ο πρωινός ήλιος που είχε σηκωθεί πάνω απ το κάστρο της Κυπαρισσίας έκαιγε.
Λαχάνιαζα να προλάβω το βήμα του, ρωτώντας που πάμε.
«θα δεις, έλα …» και περπατούσε σκυφτός χαμογελαστός με το ζόρι μου.

Φτάσαμε στη πλατεία. Λίγος κόσμος. Παππούδες με τραγιάσκες.
Κομπολόγια  μετράνε με χάντρες τον χρόνο.
Καφέδες σε φλιτζάνι χοντρό. Καφενεία ανοιχτά.
Καρέκλες μαζεμένες από το προηγούμενο βράδυ. Ντανιασμένες. 
Κάποιος ασβέστωνε πεζοδρόμια. Γεύση μούχλας. Πρωινή εφημερίδα. 
Μουριές θροίζουσες.
Άφιλτρες γόπες πατημένες. Ταμ ταμ, γκαζόζες, τσιγκάκια  μισό στραβωμένα.
«Πατσάς καθ εκάστην».
Ανοιχτό.
Μπήκαμε. Τραπεζομάντιλα λευκά. Ταβάνι μπλε. Ταβερνιάρης ψηλός, εύσωμος, θεριό. Λευκή ποδιά και υγρά χέρια. Δάπεδο με ρόμβους. Ντεκαντάνς.  Αγυάλιστο. Πολυέλαιοι  μπρούτζινοι.
Καλημέρα καλώς τους, καθίστε έρχομαι. Μια ανάσα.
Έρχεται, σκουπίζει τις παλάμες ανάστροφα στη ποδιά. Μολύβι στο αυτί, σκύβει. 
Θα πει κάτι μυστικό, όχι για πάσα όλους, για ολίγους, για κατέχοντες.
Αρχίζει ένα ποίημα. 
Τον κόβει ο θείος σπαρτιάτικα.
- Δυο πατσάδες και μισό κρασί!.
Κοιτάζω αποσβολωμένος.  Αμίλητος. Τι να ναι αυτό? Και κρασί? Μου μοιάζει δυσοίωνο… έχει και μια μυρωδιά εκεί μέσα…
  -να φάμε και κάτι ανιψιέ, να στυλωθούμε.
Και χαμογελά. Απλώνεται στη καρέκλα κόβει μια μπουκιά απ το ψωμί το φέρνει στο στόμα του.
Δείχνει με γελαστά μάτια  «φάε!»
Λέω .. δεν τρώω  το πρωί. Σκάει σε γέλια. Πνιχτά. Άκου δεν τρώει το πρωί!. 
Του μοιάζει παράξενο. Αλλά δεν ξέρω εγώ από πείνα. Που να ξέρω. Κουνάει το κεφάλι. Υπογραμμίζει με κινήσεις όσα λέει. Το χαμόγελο αγκιστρωμένο στο στόμα του
  -Μεγάοο πράμα η πείνα ανιψιέ.
Έτρωγε το  λάμδα μαζί με το ψωμί. Κι αυτό καμιά φορά γινόταν γρίφος. Τι να έλεγε κάθε φορά.? Έπρεπε να προσθέσεις ένα λάμδα για να βγάλεις νόημα. Αλλά και να μην πρόσθετες και νόημα να μην έβγαζες, ότι έλεγε είχαν έναν αυτοσαρκασμό.
Ήρθαν δυο πιάτα γεμάτα. Αχνιστά. Μια κανάτα κρασί. Δυο καθαρά. Δυο κουτάλια αγάνωτα. Σκορδίλα παντού. Μουσική από κάπου. Ραδιοφωνικός Σταθμός Ενόπλων Δυνάμεων.
« τι τα θέλεις τα στολίδια και με τρων τα μαύρα φίδια»
Γέλασε το μικρό μουστάκι του, σήκωσε το ποτήρι και με μαζεμένα μάτια και γέρνοντας προς το μέρος μου είπε ψιθυριστά… «στο διάολο και η χούντα». Έσκασε ένα πνιχτό γέλιο πάλι. Σαν βήχας. Αλλά γελούσε. Με την καρδιά του. 
Μισοάδιαζαν τα πιάτα και η κανάτα.
«Παιδί …»   Έβαλε μια φωνή .
Παιδίίί .. κοιτάζοντας τον ταβερνιάρη.
«Μισό κιοό ακόμα.»
Γέλασε σκύβοντας το κεφάλι. Μου έγνεψε ότι κάνει αστεία. 
Όχι και παιδί ο ταβερνιάρης. Ολόκληρος άντρας. Χαμήλωσε την φωνή. Έβαλε την χούφτα μπροστά στο στόμα να κρύψει τα λόγια του.
«Χούντα είναι κι αυτός…  Μούτζω τα.»
Τον τυραννούσε ένα άσθμα. Το πάλευε. Το έχανε μόνο όταν έλεγε κάτι αστείο. Γελούσε μ ένα βήχα μικρό. Τραβούσε ένα λευκό μαντήλι απ την τσέπη, σκούπιζε το στόμα και συνέχιζε, πότε σοβαρά πότε αστεία. Μόνο όταν σοβάρευε περνούσε την ανοιχτή παλάμη από το μέτωπο αργά αργά μέχρι τον αυχένα του. Σαν να έβαζε τις σκέψεις του σε φάλαγγα κατ άνδρα.
«Αν έστριβε απ την γωνιά ο Άρης τώρα…»
Μου έδειχνε την γωνιά του δρόμου. Κοιτούσα κι΄ εγώ. Με μπέρδευε.
Ήρθε και το δεύτερο μισόκιλο. Γέμισε.
Έδειχνα χαμένος, αργούσα να καταλάβω. Το έπιασε αμέσως.
 -Άκου μου λέει.. είχαμε μέρες να φάμε και έκανε και κρύο. Έχει πάντα κρύο στη Τρίπολη. Και μας είχαν ζώσει οι αντάρτες. Είχαμε ένα τρόμο μέσα μας.
Έσφιξε τις ρυτίδες στο μέτωπο του.
 -Πείνα, μεγάλη πείνα. Τρώγαμε χορτάρια τρώγαμε ό,τι βρίσκαμε .  Για το 44 σου εξηγώ. Φαντάρος ήμουν. Σκατά φαντάρος!. Πεινασμένος κι άπλυτος.  Φαντάρος πεινασμένος πολεμάει?
Έτρωγε και τα μάτια του καρφώθηκαν  έξω από ένα παράθυρο που έβλεπες τις μανούβρες των τρένων στον σταθμό. Μπρος, πίσω.  Αλλαγή γραμμής.
 - «Και μας μαζεύουν ένα απόγευμα σ’ ένα γήπεδο.  Φαντάροι ένα σωρό. Και ψου ψου κάποιος άκουσε, ότι θα έρθει ο Βελουχιώτης».
Γούρλωσε το μάτι και με κοιτούσε λες και έβλεπε αυτά που έλεγε. Σαν να τα ξαναζούσε.
Σήκωσε το ποτήρι ξανά. Χάιδεψε τα μαλλιά μέχρι πίσω. Το βλέμμα στα τρένα.
 - Ο Άρης παρακαλώ.  Άκου ο Άρης!   Θα μας αφαλόκοβε.
-Τι είπες θειε?
-Θα μας αφαλόκοβε  …θα μας έσφαζε  Κι έκανε με το χέρι, σαν να περνά μαχαίρι απ τον λαιμό του.
Πήρε μια ανάσα, μια γουλιά τίναξε το λαρύγγι του.
«…και αρχίζει να κοιτάζει πέρα δώθε σαν να μας μετράει και βάζει μια φωνή…. δεν ήταν φωνή αυτό… Βουή ήταν.  Πατριώτες, εμείς  εδώ πολεμάμε, έχουμε πόλεμο. Γι αυτό όποιος θέλει να μείνει μαζί μας, να μείνει. Όποιος δεν θέλει, να πάει σπίτι του. Απείραχτος. Να αφήσει όμως άρβυλα και αμπέχονα  σ’ όσους  πολεμάνε.  Ακούσατε?»
Είχε αφήσει το ποτήρι και περνούσε και τα δυο χέρια απ το κεφάλι σαν χτένα.
Κοιτούσε τους ρόμβους στο πάτωμα.
 -«Σκιάχτηκα …. Και τα αφήσαμε εκεί όλα. Ξυπόλητοι και χωρίς αμπέχονα στο κρύο. Και φύγαμε κοιτώντας πίσω μπας και μας ρίξουν. Όμως δεν έπεσε ούτε ντουφεκιά.
Και βρήκα κι ένα κοντοχωριανό μου φαντάρο και πήραμε το δρόμο σκυφτοί να γυρίσουμε ποδαράτα στο χωριό. Δέσαμε κάτι σκουτιά στα ποδάρια να μην πονάν και ματώνουν απ τα κοτρόνια και τα τριβόλια.  Περάσαμε νύχτα  απ του Μελιγαλά, κρυφά μην και μας δουν. Φοβισμένοι. Νηστικοί.
Έλεγα, δεν θα φτάσω στο χωριό. Δυο μέρες και δυο νύχτες. Φτάσαμε όμως. Και τρόμαξε η γριά Βασανίνα που με είδε με δεμένα πόδια, μπασμένο και κοκκαλιάρικο.
Και μετά μάθαμε ότι τελείωσαν οι πόλεμοι. Είχαμε κάτι φακές, φασόλια, κάτι χορτάρια κάτι κοτούλες. Περάσαμε.  Παντρεύτηκα και τη θεία σου είπαμε να κάνουμε μια δουλειά.. τι να κάνουμε τι να κάνουμε… να αγοράζουμε σκουτιά να τα πουλάμε εδώ  κι εκεί.
Εμπόριο ανιψιέ. Εμπόριο!.
Πολλά λεφτά!.
Πάρε δώσε σεντόνια, είδη προικός, σκουτιά ρε παιδί μου,  σκουτιά να πάρει ο κόσμος να ντυθεί. Σκουτιά στους ξεβράκωτους. Ανέβα κατέβα στην Νέα Ιωνία στα εργοστάσια να φέρνεις εμπόρευμα να το απλώνεις στα πανηγύρια. Στη Τεγέα στη Κυπαρίσσια., στη Σπάρτη… Ολούθε.
 -Παιδί… μισό ακόμα και τι χρωστάμε.
«…είχα κι΄ εγώ όνειρα. Τα σκουτιά εντάξει, αλλά  καρτέραγα να πιάσω δυο δραχμές να αρχίσω άλλο εμπόριο.
Μάζεψε όλες τις ρυτίδες στο μέτωπο. Πήρε ανάσα να μου πει κάτι σημαντικό λες.  Μου έκλεισε το μάτι.
Το δικό μου πρέπει να είχε γουρλώσει απ ότι άκουγε.
-Τι άλλο θείε?
Σήκωσε το δεξί χέρι και το άπλωσε μπροστά σαν να έγραφε σένα φανταστικό πίνακα. Τραβούσε το χέρι σιγά σιγά προς τα δεξιά, λες και έγραφε. Σχημάτιζε λέξεις στον αέρα. Συλλαβιστά. Ευλαβικά. Με έντονο βλέμμα και λόγο.   
Κι ας έλειπε το λάμδα πάλι. Έλειπε απ τον λόγο του όχι απ όσα έγραφε στον αέρα μπροστά μας… Ούτε απ τα’ όνειρό του.
«Εεέαι έεεα. Κααμών. Ευάγεοος Θεοδωρακόπουοος.»
«Αυτό ήθελα πάντα. Εμπόριο κύριε. Πολλά λεφτά!». Και το τόνισε.  «Ποοοααααα λεφτααα!!!».

Όλη η ζωή  σένα όνειρο. Σε μια επιγραφή στο πλάι ενός μικρού αυτοκίνητου με την περήφανη επιγραφή. 
«ΕΛΑΙΑΙ - ΕΛΑΙΑ ΚΑΛΑΜΩΝ»
Που δεν το έκανε ποτέ. Αλλά το πίστεψε τόσο, σαν να το έζησε
Βγήκαμε έξω. Η πλατεία είχε γεμίσει ζωή.
Χαρτοφύλακες σε χέρια. Βήματα βιαστικών.  Κατοστάρικα, δεκάρικα, ρέστα.  
Το σιντριβάνι πότιζε σπουργίτια. Τραπεζάκια στη σκιά, χαλαρωμένες γραβάτες.  Ζάρια χοροπηδούσαν ανάμεσα σε χρωματιστά πούλια. Πορτοκαλάδα με ανθρακικό. 
Ένα τρένο έμπαινε στον σταθμό. 
Κατηφορίσαμε.
Σταύρωσε τα χέρια πίσω ξανά σαν μούντζα στα περασμένα. Και το βήμα σαν άλμα προς τα εμπρός.
Σε λίγο θα άρχιζαν οι προετοιμασίες για την βραδινή περατζάδα της πελατείας ανάμεσα στις παράγκες με τα εμπορεύματα. Θα άναβαν τα φώτα, στραμμένα σε κάθε λογής «σκουτί».
Θα άρχιζαν τα τεχνάσματα της πώλησης.
Τα «κόψε μου να το πάρω».
Τα παζάρια.
Τα «τα βρίσκω αλλού φτηνότερα»
Και ο Ευάγγελος θα ενσαρκωνόταν τον ρόλο του ηγέτη της επιχείρησης και του υπολογισμού, τι πήραμε, τι δώσαμε. Πόσα πουλήσαμε πόσα έμειναν.
Αν μπαίνουν τα σεντόνια στο πλύσιμο, αν ξεβάφουν οι μαξιλαροθήκες, αν η «ποιότης» των σκουτιών του είναι «Αρίστη». 
Είδη προικός.  Λευκά είδη.
Σεντονάκια με νταντιλίτσες  έχουτε?
Δυο  ζευγάρια μόνον 50 δραχμάς κυρία μου.

ΤΑΡΖΑΝ


Ήταν ένας δρόμος.
Χαραγμένος από τα βήματα των ανθρώπων που έμεναν στο πλάι του.
Με πέτρες και χώματα. Και σκόνη τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Με ανταύγειες τα δειλινά και με το μάτι να χάνεται στο απέραντο ορίζοντα.
Είχε μια θάλασσα στο βάθος. Άλλοτε γαλάζια κι άλλοτε μαύρη με μικρες λευκές περισπωμένες για κύματα. που έφταναν μέχρι τις απέναντι θολές γραμμές της Αίγινας.
Είχε πίσω του έναν όγκο βουνό. Με πεύκα μέχρι την μέση και ξερός βράχος, απ την μέση και πάνω. Κάποιες λίγες  εργατικές πολυκατοικίες του Καρέα άσπριζαν λίγο στους πρόποδες. Και τρία δέντρα μοναχά στην κορφη του σκούραιναν κάθε ανατολή και πρασίνιζαν στη δύση του ήλιου.
Λίγα σπίτια δεξιά κι αριστερά του δρόμου,  κάποια έτοιμα,  κάποια ακόμα  στα μπετά προσδιόριζαν το γεωγραφικό του πλάτος και μήκος.
Στα αριστερά του βράχοι που έχασκαν και μας τρόμαζαν, στα δεξιά του ένα ρέμα. Και στη μέση ο δρόμος μας. Σαν κάστρο προφυλαγμένο.
Τον χειμώνα να τον πιάνει ο βοριάς και να σφυρίζει ανάμεσα στα μισοτελειωμένα γιαπιά και το καλοκαίρι να βράζουν οι πέτρες λαβα.
Και πέρα στον ορίζοντα κατά την θάλασσα να μετράμε τα άσπρα καράβια  του Σαρωνικού.
Για να κατεβείς είχε κατηφόρες.
Για να ανεβείς, ανηφόρες.
Γειτονία. Με  ανοιχτα παράθυρα και πόρτες. Με καυγάδες και γέλια. Με φωνές μανάδων τα μεσημέρια.
«.. Γιαννάκη   φαιιιι!!.. »
Και μαζευόμασταν.
Οι μεγάλοι με τους μεγάλους και οι μικροί με τους μικρούς.
Μέχρι να φτάσουν κι οι πατεράδες απ την δουλειά αργά  το βραδάκι.
Μέχρι να κλείσουν οι μικρές κάμαρες, να σωπάσουν οι φωνές. Και να σκάνε γιασεμιά και αγριοθύμαρα.

Ένα σπίτι ήταν διαφορετικό. Ζωσμένο στις τριανταφυλλιές και τα δέντρα.
Μέσα στο πράσινο δεν έβλεπες το σπίτι σχεδόν. Ο κήπος μια όαση. Χρωματιστός κι αρωματισμένος απ τα λουλούδια, δροσερός και πράσινος απ τα δέντρα.
Κάπου ανάμεσα, διέκρινες και μια τεράστια κόκκινη πόρτα. Με άσπρη πλουμιστή σιδεριά να σχηματίζει ημικύκλια με χάρη.
Ο κύριος Τριανταφυλάκης ήταν ένας χαρούμενος και χαμογελαστός κύριος.
Και ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού. Όνομα και πραμα με τον κήπο του, που επιμελώς είχε η κύρια Τριανταφυλλακη στην επίβλεψη της. Μια κόρη με το όνομα «μπέμπα» συμπλήρωνε την ευτυχία του σπιτιού.
Ο κύριος Τριανταφυλάκης  ήταν συνταξιούχος. Κοντός και παχουλός. Με χοντρά δάχτυλα, τριχωτά. Με «καβουράκι» μόνιμο επί της κεφαλής και ένα σταματημένο χαμόγελο στο πρόσωπο. Με μυτερά καλογυαλισμένα παπούτσια και μαντίλι λευκό στο σακάκι.
Ήταν πολύ χρήσιμο αυτό το μαντήλι ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Σχεδόν πάντα το τραβούσε με μια γρήγορη,  χορευτική κίνηση,  για να σκουπίσει τον ιδρώτα του μετώπου του, βγάζοντας με το άλλο χέρι το λευκό ψαθινο καπέλο του και πάλι με την ιδία χάρη, έβαζε και τα δυο στη θέση τους.
Το μαντήλι στο σακάκι και το ψάθινο καπέλο στο κεφάλι του.
Μια τελευταία κίνηση πάντα μετακινούσε το καπέλο μερικά εκατοστά προς τα πίσω.
Και μάζευε και το τεντωμένο μικρό τριχωτό δάχτυλο χτυπώντας μερικές φορές το πέτο του για να διώξει τυχών υπολείμματα σκόνης.

Τα μυτερά του παπούτσια ήταν πάντα η δυσάρεστη για μένα σύγκριση.
Ο πατέρας μου, μου καταλόγιζε ανελέητα ότι καταστρέφω τα παπούτσια που μου αγοράζει. Μόνο εγώ το έκανα αυτό. Κανείς άλλος.
 « δες τα παπούτσια του κυρίου Τριανταφυλλάκη.. πάντα στην εντέλεια .. πάρε επιτέλους ένα παράδειγμα..» «Περπάτα σαν άνθρωπος πια..»
Η γειτονιά δεν έβλεπε εύκολα αυτοκίνητα. και όταν ο κύριος Τριανταφυλλάκης αποφάσισε να αγοράσει ένα και να το φέρει εκεί έξω από τα ανθισμένα του τριαντάφυλλα, τότε μια μαγική σκόνη μας κάλυψε όλους.
Ίδιος εμένα που πλέον είχα βρει ένα νέο εντυπωσιακό παιχνίδι. Τους γυαλιστερούς, ασημί προφυλακτήρες του νέου αυτοκινήτου της γειτονιάς. Καθισμένος κάτω στο χώμα, πλησίαζα το πρόσωπο μου κοντά στον προφυλακτήρα και ξαφνικά τα πάντα άλλαζαν.
Τα μάτια μου και τα αυτιά μου έπαιρναν άλλες διαστάσεις. Τα δόντια μου έμοιαζαν τεράστια και λευκά. Τα φρύδια μου σχημάτιζαν μια ατέλειωτη σειρά δεξια κι αριστερά μου. Και ανάλογα με την απόσταση απ τον προφυλακτήρα του αυτοκίνητου όλα  μίκραιναν η μεγάλωναν ιλιγγιωδώς.
Δεν χόρταινα να παρατηρώ τις αλλαγές, κάνοντας άπειρες γκριμάτσες για να γίνουν όλα ακόμα πιο εντυπωσιακά.
Ακόμα πιο ονειρεμένα.
Κι όταν ο ήλιος χανόταν  και οι μανάδες  έβαζαν πάλι τις φωνές να μαζευτούμε στα σπίτια, τότε συνέχιζε το μυαλό μου να φαντάζεται ακόμα πιο κωμικές φιγούρες μπροστά στον ασημί γιαλιστερο και λείο προφυλακτήρα.
«.. Πάλι ονειρεύεται αυτό το παιδί μας...»
Ξάπλωνα στο μικρό μου κρεβάτι που για λόγους ζέστης είχε μεταφερθεί στο μικρό μπαλκονάκι της κουζίνας μας και χανόμουν στα μακρινά φώτα της πόλης χαμηλά και  στα μικρά λευκά, τρεμοπαίζονται φώτα της Αίγινας, στο βάθος. Αλλά το εξίσου σαγηνευτικό θέαμα, ήταν ένας  μακρινός θερινός κινηματογράφος που δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει τι έπαιζε, όμως οι μόνιμες εναλλαγές των χρωμάτων, στην λευκή του τεράστια οθόνη, ήταν μια άλλη νυχτερινή μαγεία που καραδοκούσε να πλάσει νέα  όνειρα και νέες γκριμάτσες.
Κάποτε έμαθα ότι ήταν ο κινηματογράφος «Εριέττα»
Κι αυτό το όνομα, που έμοιαζε τόσο φοβιστικά γλυκό κι ανατριχιαστικά μακρινό, φούντωνε τα παιδικά μου όνειρα με ιστορίες που συνδύαζαν τον λείο καθρεπτιζοντα προφυλακτήρα με το εύηχο και άδολα ερωτικό όνομα «Σινε Εριέττα».
Και κάπου εκεί στην θέα του άγνωστου και πολύχρωμου κόσμου αποκοιμιόμουν.

Οι καλοκαιριάτικες Κυριακές μύριζαν πρέφα, καφέ, και  ταψιά με ψητά στο φούρνο. Μύριζαν παιδικές φωνές και γέλια πατεράδων. Είχαν μια γεύση από μεγάλες σελίδες εφημερίδων και μανάδες σε γιορτινά φορέματα.
Είχαν μια γεύση από καθαρά καλοσιδερομένα ρούχα. «Τα καλά μας!».
Και μεσημεριανό φαγητό όλοι μαζί.
Μετά, ένα μεσημεριανό ραχάτι με δροσερά φρεσκοπλυμένα σεντόνια.
Ένα απόγευμα που ήλιος  έπεφτε πίσω από τους θολούς τρεμάμενους μακρινούς γκρίζους όγκους της Σαλαμίνας, χρυσίζοντας την αττική γη και οι φωνές μας από το κρυφτο και το κυνηγητό έπνιγαν τον δρόμο στη σκόνη, κάποιος «Μεγάλος» ακούστηκε να λέει κάτι για κάποιο πανηγύρι στον προφήτη Ηλία.
Όχι πολύ μακριά. Εκεί κοντά στο «Τρύπιο κατοστάρι» κάπου εκεί στην «Εριέττα»
Σταμάτησα να τρέχω. Είχε ακουστεί το «Εριέττα».
Παρακάλεσα να με πάρουν μαζί τους.
Ο κύριος Τριανταφυλλακης θα οδηγούσε. Ο νονός μου και ο πατέρας μου θα επέβαιναν στο πίσω κάθισμα με τα κοντομάνικα διπλωμένα τους πουκάμισα και γω ανάμεσα στα μπράτσα τους, που μύριζαν πράσινο σαπούνι και ιδρώτα, έβλεπα διάφορα όργανα να μετρούν χιλιόμετρα και αλλά ακαταλαβίστικα. Η κυρία Τριανταφυλλακη είχε βγει στο δρόμο και με τα χέρια στη μέση παρακάλεσε και τον κύριο Ηρακλή να κάνει τον κόπο να πάει μαζί τους.
«Κύριε Ηρακλή μας δεν πάτε μαζί με τον άνδρα μου να τον προσέχετε και λίγο? Εσείς ως αυτοκινητιστής θα είστε εξαιρετική βοήθεια αχρείαστη νάναι»
Ο κύριος Ηρακλής είχε το προσωνύμιο «ο πειρατής» και δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαινε. Θα καταλάβαινα κατά την διάρκεια εκείνου του απόβραδου ότι είχε κάποιο παράνομο.. «πειρατικό» αυτοκίνητο που λειτουργούσε  ως ταξί.
Άρα και γνώριζε την τέχνη της οδήγησης.
Και η κυρία Τριανταφυλλακη γύρισε ήσυχη στον δροσερό της κήπο  την ώρα που η μηχανή μούγκρισε, τραντάζοντας κάπως, λαμαρίνες και επιβάτες.
Ο κύριος Τρυανταφυλλακης με την γνωστή κίνηση έσπρωξε το ψάθινο καπέλο του λίγα εκατοστά πιο πίσω και βγάζοντας το μαντήλι, το τοποθέτησε στην άκρη της κοιλιάς του, εκεί που ακουμπούσε ήδη το τεράστιο  μαύρο, στρογγυλό και γυαλιστερό τιμόνι του αυτοκινήτου. Καθώς έστριβε το βολάν αυτό περνούσε από το μαντήλι που ήταν σφηνωμένο πλέον ανάμεσα στη κοιλία και το τιμόνι.
«…. Να μην αφήσει μαυράδια στο πουκάμισο!!» 
Έτσι το δικαιολόγησε και ο κύριος Ηρακλής – περίπου ιδίων διαστάσεων και σωματοτυπου – συμφώνησε, κουνώντας καταφατικά το τεράστιο γυμνό του κεφάλι.
Ένοιωσα περιπαιχτικά γελάκια από τους «πίσω».
Αγνοώντας όμως τους κινδύνους της μη ασφαλούς οδήγησης του οδηγού, παρατηρούσα τα μικρά λαμπάκια στο καντράν και άκουγα μετά προσοχής όσα ο έμπειρος κύριος Ηρακλής, ασταμάτητα επεξηγούσε, στον κατά τα φαινόμενα ατζαμή οδηγό του παλαιού ‘Οπελ.
Έμαθα ότι ήταν ένα Όπελ Ολύμπια του 1960.
Έμαθα ότι «φρενάρουμε πάντα για πεζούς αλλά ποτέ για ζώα».
Έμαθα ότι μπορούσε να τρέξει με 100 χιλιόμετρα την ώρα.
Έμαθα ότι ο κύριος Τριανταφυλλακης δεν έτρεχε ποτέ γιατί «φώναζε» η κυρία του.
Έξαλλου δεν είχαν και που να πάνε. Κάπου πιο μακριά βρε αδελφέ. «Μεγαλώσαμε πια»
Πάλι «γελάκια» από τους πίσω. Κλείσιμο ματιού. Μικρά σκουντήματα.
Μπαμπάς και νονός στο πίσω κάθισμα μουρμούριζαν μόνιμα μικρές «κακίες» και χαμογελούσαν μέσα από λεπτά μαύρα μουστάκια, έχοντας τους αγκώνες έξω από τα παράθυρα που άνοιγαν ελαφρώς προς τα πίσω  Κάτι σαν φιλιστρίνια.
Φτάσαμε κάποτε.
Παρκάραμε εκεί που έπρεπε, ανάμεσα σε άλλα, σχεδόν ίδιου τύπου, αυτοκίνητα.
Πολυκοσμία σε μια τεράστια αλάνα με φώτα πολύχρωμα, πάνω από πάγκους με παιχνίδια και ρούχα.
Μια απόλυτη τσίκνα, από αυτοσχέδιες ψησταριές, ανέβαινε προς το μαβί του ουρανού. Μουσικές ακούγονταν μπερδεμένες, ανακατωμένες.

« Της Λαρίσης το ποτάμι που το λένε Πηνειό αν τυχών και δεν με θέλεις…»

Χανόμουν σε όλα αυτά κοιτώντας και μυρίζοντας τα πάντα γύρω μου.
Τα χρώματα, οι ήχοι και οι μυρωδιές, ανακατωμένα με την σκόνη της αλάνας και τον μαύρο όγκο του Υμηττού, να σκουραίνει όσο σκοτείνιαζε και πιο πολύ.
Η Αθήνα κάτω άναβε ένα ένα τα φώτα της.
Κι ο Σαρωνικός γαλαζόμαυρος φέγγιζε από ολόφωτα καράβια.

Και εκεί που δεν το περίμενα  το μάτι μου αναγκάστηκε να δει ένα μπλε φως να ανάβει παραπονιάρικα, κάπου πιο έξω από την αλάνα του πανηγυριού.
Πάνω απ την σκόνη και τις τσίκνες της.
Πρώτα μια σειρά μεγάλη. Γαλάζια. Μετά ένα κόκκινο πλαίσιο άρχισε με μικρά σπασίματα να ανάβει. Να γίνεται ένα όμορφο σχήμα που έτρεχε να κάνει γραμμές φωτεινές.  Με φως ολάχνιστο.
Τρεμόπαιξε λίγο μέχρι να σταθεί με μεγαλοπρέπεια στα μάτια μου.
Αποσβολώθηκα.
Και μετά, μέσα στα χρώματα να εμφανίζονται με αυθάδεια ένα ένα τα γράμματα …
«Σινέ Εριέττα».
Έκανε ένα σαν «τσάφ»… κι έμεινε εκεί γραμμένο.
Ολόφωτο σαν φεγγάρι τον Αύγουστο.
Έμεινα νοιώθοντας μια ανατριχίλα να περνά όλη μου την πλάτη.
Με τράβηξε το χέρι του πατέρα μου… «περπάτα.. τι έπαθες.?»
«Α,.. ναι  Είναι κινηματογράφος.. Η Εριέττα.»
Κι άρχισαν να μιλούν για την Εριέττα. Γελώντας και κοιτάζοντας αδιάφορα τους πανηγυρτζήδες…
Με τραβούσε και γύριζα το κεφάλι προς τα πίσω να δω πάλι τα κατακόκκινα γράμματα…  να ρουφήξω τα σχέδια τα σχήματα και το πανέμορφο όνομα ανάμεσα τους… Εριέττα..
« …αυτός που το έγραψαν και οι εφημερίδες  δεν την έχει?»
Ένας ρωτούσε αόριστα κι κάποιος  απαντούσε με μισά λόγια..
Ανέλαβε ο κύριος Ηρακλής ο «κοσμογυρισμένος» να απαντήσει.
Τα αυτιά μου είχαν γίνει κεραίες. Με τραβούσε η ιδρωμένη παλάμη του πατέρα μου στη καρδία της ιστορίας.
«.. ναι ήταν κόρη του. Μονάκριβη και πανέμορφη… έτσι λεγανε όλοι.. δεν ξέρω κι ολας»
«και?»
« ε και τι και… την έκλεψε ένας γαμπρός … ένας  μόρτης»
Πεσαν κάτι ξερά γέλια
«ο μόρτης ε?»
« κι έδωσε ότι είχε και δεν είχε να την πάρει πίσω… αλλά που αυτή!! Έρως κύριε έρως»
«ναι .. την είχε δαγκώσει την λαμαρίνα…»
Και εσκάγανε πάλι στα γέλια όλοι μαζί.
«δεν την έδινε ο γέρος  ε?»
«δεν την έδινε ναι…  και το έσκασε με τον μόρτη κάποιο βράδυ κι έπεσε να πεθάνει ο πατέρας της.»
Βγαίναμε σιγά σιγά απ την πολυκοσμία…Σκοτάδι πια. Πλησιάζαμε στο αυτοκίνητο.
Είπα να ρωτήσω…»και τι εγινε μετά με την Εριέττα…»
Τρανταχτήκαν στα γέλια. Λαμπίριζαν στο σκοτάδι τα δόντια τους, τα μαλλιά τους και τα καλογυαλισμένα παπούτσια του κυρίου Τριανταφυλλακη.
Με κοίταζαν με ένα ύφος υπεροψίας.
Όμως αν και η απάντηση δεν ήταν για μένα ανέλαβε ο κύριος Ηρακλής να κλείσει το θέμα μιλώντας προς τους «άντρες» της παρέας.
« την έψαχνε χρόνια και κάποτε έμαθε ότι είχε πεθάνει ο μόρτης, σε ατύχημα, κι αυτή ντρεπόταν να γυρίσει πίσω. Είχε κι ένα μωρό….
«Πήγε ο πατέρας, την βρήκε, τα είπαν, κλάψανε μαζί και την έφερε πίσω.»
« τι λες?  Την συγχώρησε?»
«Ε μα τι θα έκανε λες εσύ.. είχε γεράσει κιόλας. Τώρα αυτή είναι στο ταμείο του σινεμά.. .»
«Να προσέχουμε όσοι έχουμε κόρες…¨»
Και έσκασαν πάλι στα γέλια.
Στριμωχτήκαμε πάλι μέσα στο ζεστό αυτοκίνητο ανοίγοντας παράθυρα και περιμένοντας να φυσήξει.
Το καπέλο το μαντήλι το τιμόνι η κοιλία…όλα ξανά απ την αρχή.
Γύρισε το κλειδί. Άναψαν τα φώτα. Φάνηκε πάλι η σκόνη μέσα απ τα φώτα σαν σήραγγα.
Ακούστηκε το γκάζι να δυναμώνει αλλά το αυτοκίνητο δεν ξεκολουσε απ την θέση του. Κοιταχτήκαν όλοι μεταξύ τους.
Επέμενε ο κύριος Ηρακλής.
«βάζουμε την πρώτη και μαλακά αφήνουμε το αμπραγιάζ δίνοντας γκαζάκι… ναι?»
«Αυτό κάνω.. « επέμενε ο οδηγός.
Ακούστηκε πάλι το γκάζι να δυναμώνει. Πιο πολύ, ακόμα πιο πολύ. Τα φώτα μπροστά έδειχναν δυο γραμμές της σκόνης να μοιάζουν με τροχιοδεικτικά μέσα στο σκοτάδι αλλά το αμάξι δεν ξεκολλούσε απ την θέση του.
Έπεσαν πάλι οι στροφές. Άλλη μια προσπάθεια μετά.
«.. δεν μπορεί.. μα γιατί τώρα?»
Η μηχανή του Οπελ βρυχήθηκε. Κάτι πήγε να κινηθεί προς τα εμπρός αλλά με τράνταγμα και κρότο όλα ηρέμησαν ξανά. Έμειναν τα φώτα αναμμένα και τα «πικρά» σχόλια του πατέρα μου και του νονού μου.
Μουρμούριζε μέσα απ τα μουστάκια του περιπαικτικά αλλά χαμηλόφωνα..
« έλα Ταρζάν… δώσε άλλη μια»
Ο κάθιδρος κύριος Τριανταφυλλακης επανέλαβε την διαδικασία παραγωγής σκόνης, θορύβου και τρανταγμάτων αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να ξεκινήσει.
Άνοιξαν οι πόρτες.
Μύριζε σκόνη και κάτι καμένο.
Βγήκαν οι άντρες να δουν .. να σπρώξουν.. κάτι να κάνουν.
Μόνο ο νονός μου ανασήκωνε τα ήδη γυρισμένα μανίκια του κοντομάνικου και κλείνοντας το μάτι στον πατέρα μου έλεγε… «έλα Ταρζάν… πάμε Ταρζάν..»
Αποφάσισαν να πάνε πίσω να το σπρώξουν με τα χέρια.
Και εκεί ανακάλυψαν την αιτία της στασιμότητας του «Ταρζάν»
«Μι Τάρζαν γιου Τζέην» είπε ο νονός μου γελώντας.
Ο πανέμορφος γυαλιστερός αγαπημένος μου προφυλακτήρας είχε «μπλεχτεί» με τον αντίστοιχο ενός άλλου αυτοκινήτου που ήταν πίσω μας.
Και ο κύριος Τριανταφυλλακης έσερνε στη προσπάθεια του εκτός από εμάς και το πίσω αυτοκίνητο προσπαθώντας να ξεκινήσει.
Οι δυο προφυλαχτήρες σφιχταγκαλιασμένοι και σκονισμένοι παρέμεναν λείοι αλλά ελαφρώς τσαλακωμένοι.
Πιασαν δουλειά τα μπράτσα να τους ξεμπλέξουν. Να απελευθερωθούν.
Κουνήθηκαν τα σώματα των αυτοκινήτων δεξιά αριστερά.
Η σκόνη κόλλησε στα μέτωπα. Παλάμες μουτζουρώθηκαν.
Το μαντήλι του κύριου Τριανταφυλλακη έσταζε πια σαν βρεγμένο από βροχή.
Γύρισε το κλειδί . Άνοιξαν τα παράθυρα.
Τα φώτα αναπηδούσαν σε πεζοδρόμια κι ανθρώπους.
Έστρεψα το βλέμμα μου προς τα πίσω. Μέσα απ το μικρό οβάλ παράθυρο πίσω απ τα καθίσματα είδα τα μπλε και κόκκινα παραλληλόγραμμα του «Σινε Εριέττα» να απομακρύνονται.
Απλώνονταν χαμογέλα μέσα στον «Ταρζάν» και μια ευωδιά από πευκοβελόνες.
Και εκείνη θα ήταν στο ταμείο.

Μπορεί να την έβλεπα, από το μικρό μου κρεβάτι στο μπαλκονάκι της κουζίνας μας, να κόβει εισιτήρια, να ταχτοποιεί τα καθίσματα, να κλείνει τα φώτα στο τέλος της προβολής.
Μπορεί να την είδα και κάποιες άλλες φορές, αφηρημένος μπροστά στον παραμορφωτικό, λείο και αστραφτερό προφυλακτήρα του "Ταρζάν" να με κοιτάζει από πίσω, όρθια, ντυμένη σε ολόλευκα, με απλωμένο το χέρι.
Είχε ένα όμορφο χαμόγελο και λυπημένα μάτια.
Μπορεί και να τα φαντάστηκα όλα αυτά.

ΚΑΡΑΜΕΛΕΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ


Χαμογελούσε  η μάνα μου στο τραπέζι.
«Α.. ξέχασα. Το απόγευμα θα έρθει ο θειος μου ο Κώστας.»
 « Επίσκεψη!» 
Στους άλλους βγήκε μια απορία  στα ξαφνικά.  Σίγησαν τα πιρούνια.  Ξεχάστηκαν κάτι λαδομπούκια να μουλιάζουν στη σαλάτα.
« Μπα.. πότε εμφανίστηκε αυτός?» .
« Ήρθε απ την Γερμανία για λίγες μέρες και θα έρθει να μας δει.!»
Καμάρωνε η μάνα μας με τον ερχομό του θειου της!. Πάντα καμάρωνε με τους δικούς της ανθρώπους και το έδειχνε.
Μικρή παύση μέχρι να βγει το καυστικό σχόλιο του πατέρα μου 
«.. λες να σου φέρει και καμιά φρέσκια νιβέα?»

Απόγευμα.   Μπάλα στις πέτρες. Τα κορίτσια χτένιζαν κάτι ξεμαλλιάρες κούκλες.
Οι μανάδες είχαν βγάλει τις ποδιές.
Πατεράδες μιλούσαν για πολιτική και μεροκάματα.
Έφυγε μια μπαλιά κατά την κατηφόρα. Πανικός να την προλάβουμε. Έτρεξα  αλαφιασμένος να σώσω το μέλλον του αθλήματος κυνηγώντας την. Λίγο ακόμα και την προλάβαινα.
Ένα καλογυαλισμένο καφέ παπούτσι την είχε μόλις σταματήσει.
Σήκωσα το κεφάλι να δω ποιος ήταν.
Κοντά ψαρά μαλλιά. Καλοξυρισμένος. Χαμόγελο απροσδιόριστα  γνώριμο. Μάτια που έδειχνε να μιλούν πιο δυνατά απ το στόμα.
Καφέ κουστούμι. Καφέ παπούτσια. Γυάλιζαν!  Λαμποκοπούσαν!.
«πως μεγάλωσες έτσι ανιψιέ !» Μόλις  που το άκουσα.
Χαμηλών τόνων η φωνή.
«.. σε περιμένουν θειε» είπα αμήχανα και έδειξα πίσω προς το σπίτι.
Χαμογέλασε, μου χάιδεψε λίγο το κεφάλι, έκανε μια κίνηση σαν να έσπαγε λίγο την μέση του, χώνοντας το χέρι  στη δεξιά τσέπη του παντελονιού.
Το τράβηξε έξω και μου έδωσε κάτι. Κάποιο νόμισμα βάρυνε την παλάμη μου.
«.. πάρε αυτά. Να πάρεις ότι θες». Και ξεκίνησε αγέρωχος προς το σπίτι .
Έτριζε το καφέ παπούτσι. Κάθε  βήμα και τρίξιμο. Σαν τόνος σε παρέλαση.
Τον είδα να απομακρύνεται. Άνοιξα την παλάμη μου.
Είδα το κέρμα. Δυο κάτι σαν γίγαντες, με ρόπαλα στα χέρια ακουμπούσαν πάνω σ’ ένα σταυρό κι ένα στέμμα. Και κάτω ένα τεράστιο πέντε.
Έδωσα μια στη μπάλα. Να πάει στα παιδιά που περίμεναν. Εγώ είχα άλλα σχέδια με πέντε δραχμές στη παλάμη.
Με πέντε δικές μου δραχμές!.

Μπήκα φουριόζος μέσα στο μπακάλικο της γειτονιάς, με το τάλιρο στο χέρι.
Πέρασα ανάμεσα απ τα μισοδιπλωμένα σακιά με χύμα  φακές φασόλια, ρύζια και κάρφωσα το βλέμμα σ’ ένα μεταλλικό κουτί με καραμέλες πολύχρωμες. Γυάλιζαν  μέσα στα σελοφάν.
«πέντε δραχμές καραμέλες κυρ Γιώργο!» είπα
«πέντε δραχμές? Δεν είναι  πολλές?» αναρωτήθηκε με έκπληξη τινάζοντας τα χέρια του πάνω στην άσπρη ποδιά.
Επέμενα. Ναι πέντε δραχμές. Και του έδωσα το τάλιρο. Είχα ένα τάλιρο ενθουσιασμό που θα τον αντάλλασα με καραμέλες.
Πήρε ένα φύλλο εφημερίδας και σχημάτισε ένα τεράστιο χωνί.
Συνέχιζε να έχει μια απορία στο πρόσωπό του.
Μέτρησε 50 καραμέλες, μια μια ,τσαλάκωσε  το χωνί στη κορφή να κλείσει και μου το έδωσε.
Είχε γεμίσει η αγκαλιά μου με το χωνί. Βρέθηκα στο δρόμο. Άνοιξα το πάνω μέρος και πήρα την πρώτη. Την ξεδίπλωσα κρατώντας  μια άκρη με τα δόντια μου και τραβώντας με τα δάχτυλα απ την άλλη. Με μάγευε ο ήχος του λεπτού διάφανου σελοφάν που άνοιγε ξεκολλώντας απ’ το σώμα της κίτρινης  καραμέλας. Την κράτησα ανάμεσα στα δάχτυλα μου. Το σώμα της έμοιαζε με κρυστάλλους σε αδαμαντωρυχείο. Μύριζε κάτι σαν πορτοκαλεώνες στο Άργος. Σαν αγρός σε ανοιξιάτικη έξαρση χρωμάτων και αισθήσεων.
Πρέπει να έκλεινα τα μάτια, για να περάσει απ τον ουρανίσκο μου χωρίς καμιά παρεμβολή, όλη η φαντασμαγορία της γεύσης και της όσφρησης και να φτάσει μέχρι το τελευταίο σημείο του εγκεφάλου μου. Την έκλεινα ανάμεσα στα δόντια και στο μάγουλο  και περίμενα μέχρι να νοιώσω κάτι τρομακτικό να την λούζει και να ξεχειλίζει από μέσα της, προσπαθώντας να γεμίσει όλη  την στοματική μου  κοιλότητα. Άκουγα να κτυπάει στα δόντια  περνώντας ανάμεσα τους και η γλώσσα να την αναποδογυρίζει κλέβοντας κάθε φορά κάτι απ το σώμα της.  Κι εκεί, ξαφνικά, απροειδοποίητα, άρχιζε απ το μάγουλο μια ανατριχίλα, που απλωνόταν στο έξω μέρος του λαιμού , έφτανε στον ώμο μου και περνούσε στο μπράτσο σηκώνοντας κάθε δείγμα τρίχας που εύρισκε στο δρόμο της.
Πρέπει να μου έτρεχαν τα σάλια.  Πρέπει να είχα χάσει ελαφρώς την αίσθηση του χρόνου πλησιάζοντας προς το σπίτι.
Κατάπινα την γλυκιά ευχαρίστηση της καραμέλας και παράτεινα την ζωή της στο στόμα μου χωρίς να την σπάω με τα δόντια. Απλά την άφηνα να λειώνει και να γεμίζει το στόμα μου με χρωματιστά σάλια.  Και πάλι απ την αρχή.
Νομίζω ότι εκείνο το απόγευμα δεν σκόνταψα σε καμία πέτρα. Καμιά δεν κλώτσησα άσκοπα. Τα πόδια μου βάδιζαν μόνα τους. Σαν προγραμματισμένα. Καθηλωμένα κι αυτά  απ την παραζάλη της γλυκιάς, παρατεταμένης γεύσης. Το σώμα μου δεν άκουγε τον έξω κόσμο,  παραδομένο σε όσα συνέβαιναν μέσα μου. Από το στόμα μέχρι το στομάχι, όποια αισθητήρια έχει προνοήσει ο ανθρώπινος οργανισμός, όποιες απολήξεις νεύρων, χιλιάδες, η ακόμα και εκατοντάδες η και εκατομμύρια κι αν υπάρχουν, ζούσαν μαζί μου το λιώσιμο της καραμέλας. Αυτή έλιωνε κι εγώ πλησίαζα στο σπίτι.
Στη βεράντα όλοι μαζεμένοι  μιλούσαν. Ο θειος  είχε την τιμητική του. Ιστορίες της ξενιτιάς.  Οδηγός ταξί στη Φρανκφούρτη.
Το  βλέμμα της μάνας μου με επανέφερε απροσδόκητα . Είχε κάτι μεταξύ αγριάδας και χαμόγελου. Σαν να είχε γυρίσει ανάποδα. Αγριάδα για μένα, με το χωνί αγκαλιά και προσποιητής χαράς, λόγω θειου.
Μου έκανε νόημα με τα μάτια της. Κάτι σαν «έλα μέσα να σου πω».
Είχε μαζέψει τον δείκτη του δεξιού της χεριού και τον δάγκωνε. Τον δάγκωνε και τον κουνούσε λες και είχε κολλήσει ανάμεσα στα δόντια της. Κρυμμένη επιμελώς πίσω απ τους «επισκέπτες» κοιτούσε με έντονα μάτια την εφημερίδα-χωνί, που είχα αγκαλιά.
Μόλις είχα πάρει το μήνυμα.
Κόπηκε η χαρά της στοματικής μου κοιλότητας. Καταπραϋνθήκαν οι νευρικές απολήξεις του οισοφάγου μου και κάποιες άλλες, αυτές της προϊδέασης των κακών μαντάτων, σήκωναν τώρα τις μικρές  τρίχες στα μπράτσα μου κι άνοιγαν τους κρουνούς κάποιου κρύου ιδρώτα στο μέτωπο μου…
Μπήκα μέσα στη κουζίνα με τα μάτια στο πάτωμα. Με έπιασε απ τα αυτί.
- τι ειν αυτά?
- Καραμέλες.
- που τα βρήκες τα λεφτά?
- ο θειος,  μου έδωσε ένα τάλιρο και είπα…
- Τάλιρο?? Ολόκληρο τάλιρο?
- ε ναι. Υπάρχει και μισό?
Είχε κοκκινίσει το πρόσωπο της. Άφησε το αυτί μου. Το ένοιωθα ακόμα ζεστό και πιεσμένο.
- Εμπρός.. Πίσω στον κυρ Γιώργο τώρα!. Να επιστρέψεις τις καραμέλες και να πάρεις το τάλιρο. Ολόκληρο. Ακούς εκεί ένα ολόκληρο τάλιρο καραμέλες…
Μικρή σιωπή οπού ένοιωθα τα μάτια μου, να μην χωρούν στις κόγχες τους.
- Μα έφαγα μια…
- Έφαγες ξεφαγες, πήγαινε τες πίσω και φέρε το τάλιρο, να μην φας κι από μένα παρά μια τεσσαράκοντες. Εμπρός ξεκίνα.
- μα πώς να το κάνω αυτό?… αφού έφαγα μια λέω
Κλαψούριζα να αποφύγω το αδύνατον
Δάγκωσε πάλι τον μαζεμένο δείχτη της.
- θα το κανείς όπως ξέρεις. Εμπρός . Τσακίσου να φέρεις πίσω το τάλιρο…. Ακούς εκεί ένα τάλιρο καραμέλες ο χουβαρντάς!.. μια βδομάδα θα περνούσαμε.
Μονολογούσε ψιθυριστά  αλλά τα λόγια της σφύριζαν πίσω μου.
Με κατεβασμένο κεφάλι πέρασα απ την βεράντα αποφεύγοντας τις ματιές των άλλων,  παίρνοντας τον δρόμο για το μπακάλικο.
Ένοιωθα  άχαρα  με την εφημερίδα χωνί στην αγκαλιά και κείνα τα λιγνά ποδάρια με τα λερωμένα παπούτσια. Ένοιωθα τα βλέμματα όλων καρφωμένα στη πλάτη μου καθώς απομακρυνόμουν.
Έμοιαζε με μια μικρή συνομωσία. Σαν όλοι να  ήξεραν. Να ήξεραν την αξία του τάλιρου. Έκτος από μένα.
Με πείραζε αυτή η σκέψη, αλλά μέσα μου την ανέτρεπα. Τουλάχιστον εγώ για καμιά εκατοστή ανέμελα βήματα είχα νοιώσει  το Αργος και την Άρτα να είχαν ενωθεί σε μια απέραντη πεδιάδα πορτοκαλιών και η ζάχαρη να έπεφτε από ψηλά σαν ποτιστικό.
Βέβαια έμενε και αυτή η μαγκούφα η αίσθηση της απόλυτης ντροπής να πρέπει να επιστραφούν καραμέλες και τάλιρο.
Βγήκα στο δρόμο με το βαρύ κέρμα στη τσέπη και την ντροπή στα χνώτα μου. Της ντροπής που ανακάτωνε το στομάχι μου και το μυαλό μου. Και τα μάτια στο δρόμο, χαμηλά.

Χρόνια μετά,  κάτω από έναν προβολέα και στόμα ανοιχτό , γεμάτο με μικρούς απορροφητικούς βόλους βάμβακος και σωληνάκια αναρρόφησης,  ακούω τον ειδικό με την άσπρη ποδιά, και τα τεράστια διάφανα γυαλιά,  να μιλά παραμορφωμένα μέσα απ την μάσκα του, κρατώντας απειλητικά,  στιλπνά  οδοντιατρικά σύνεργα,  σε απόσταση αναπνοής απ το πρόσωπό μου.
- … Γερά δόντια!… δεν έτρωγες καραμέλες μικρός?
Ένας τροχός-βούρτσα  άρχισε, τσιρίζοντας επίμονα,  να γυαλίζει το μυαλό μου. Αδυνατούσα να του εξηγήσω την ιστορία με την καραμέλα. Με τόσα μεταλλικά εργαλεία μέσα στο ανοιχτό μου στόμα ήταν αδύνατον να μιλήσω. Αναρωτήθηκα  όμως τι σχέση μπορεί να έχουν, ένα τάλιρο ντροπή και μια εφημερίδα χωνί γεμάτη καραμέλες, καμιά σαρανταριά χρόνια αργότερα.
Και δεν μπορούσα να χαμογελάσω.