TOXOBO RADIO

ΤΑΡΖΑΝ


Ήταν ένας δρόμος.
Χαραγμένος από τα βήματα των ανθρώπων που έμεναν στο πλάι του.
Με πέτρες και χώματα. Και σκόνη τα καλοκαιρινά απογεύματα.
Με ανταύγειες τα δειλινά και με το μάτι να χάνεται στο απέραντο ορίζοντα.
Είχε μια θάλασσα στο βάθος. Άλλοτε γαλάζια κι άλλοτε μαύρη με μικρες λευκές περισπωμένες για κύματα. που έφταναν μέχρι τις απέναντι θολές γραμμές της Αίγινας.
Είχε πίσω του έναν όγκο βουνό. Με πεύκα μέχρι την μέση και ξερός βράχος, απ την μέση και πάνω. Κάποιες λίγες  εργατικές πολυκατοικίες του Καρέα άσπριζαν λίγο στους πρόποδες. Και τρία δέντρα μοναχά στην κορφη του σκούραιναν κάθε ανατολή και πρασίνιζαν στη δύση του ήλιου.
Λίγα σπίτια δεξιά κι αριστερά του δρόμου,  κάποια έτοιμα,  κάποια ακόμα  στα μπετά προσδιόριζαν το γεωγραφικό του πλάτος και μήκος.
Στα αριστερά του βράχοι που έχασκαν και μας τρόμαζαν, στα δεξιά του ένα ρέμα. Και στη μέση ο δρόμος μας. Σαν κάστρο προφυλαγμένο.
Τον χειμώνα να τον πιάνει ο βοριάς και να σφυρίζει ανάμεσα στα μισοτελειωμένα γιαπιά και το καλοκαίρι να βράζουν οι πέτρες λαβα.
Και πέρα στον ορίζοντα κατά την θάλασσα να μετράμε τα άσπρα καράβια  του Σαρωνικού.
Για να κατεβείς είχε κατηφόρες.
Για να ανεβείς, ανηφόρες.
Γειτονία. Με  ανοιχτα παράθυρα και πόρτες. Με καυγάδες και γέλια. Με φωνές μανάδων τα μεσημέρια.
«.. Γιαννάκη   φαιιιι!!.. »
Και μαζευόμασταν.
Οι μεγάλοι με τους μεγάλους και οι μικροί με τους μικρούς.
Μέχρι να φτάσουν κι οι πατεράδες απ την δουλειά αργά  το βραδάκι.
Μέχρι να κλείσουν οι μικρές κάμαρες, να σωπάσουν οι φωνές. Και να σκάνε γιασεμιά και αγριοθύμαρα.

Ένα σπίτι ήταν διαφορετικό. Ζωσμένο στις τριανταφυλλιές και τα δέντρα.
Μέσα στο πράσινο δεν έβλεπες το σπίτι σχεδόν. Ο κήπος μια όαση. Χρωματιστός κι αρωματισμένος απ τα λουλούδια, δροσερός και πράσινος απ τα δέντρα.
Κάπου ανάμεσα, διέκρινες και μια τεράστια κόκκινη πόρτα. Με άσπρη πλουμιστή σιδεριά να σχηματίζει ημικύκλια με χάρη.
Ο κύριος Τριανταφυλάκης ήταν ένας χαρούμενος και χαμογελαστός κύριος.
Και ήταν ο ιδιοκτήτης του σπιτιού. Όνομα και πραμα με τον κήπο του, που επιμελώς είχε η κύρια Τριανταφυλλακη στην επίβλεψη της. Μια κόρη με το όνομα «μπέμπα» συμπλήρωνε την ευτυχία του σπιτιού.
Ο κύριος Τριανταφυλάκης  ήταν συνταξιούχος. Κοντός και παχουλός. Με χοντρά δάχτυλα, τριχωτά. Με «καβουράκι» μόνιμο επί της κεφαλής και ένα σταματημένο χαμόγελο στο πρόσωπο. Με μυτερά καλογυαλισμένα παπούτσια και μαντίλι λευκό στο σακάκι.
Ήταν πολύ χρήσιμο αυτό το μαντήλι ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες. Σχεδόν πάντα το τραβούσε με μια γρήγορη,  χορευτική κίνηση,  για να σκουπίσει τον ιδρώτα του μετώπου του, βγάζοντας με το άλλο χέρι το λευκό ψαθινο καπέλο του και πάλι με την ιδία χάρη, έβαζε και τα δυο στη θέση τους.
Το μαντήλι στο σακάκι και το ψάθινο καπέλο στο κεφάλι του.
Μια τελευταία κίνηση πάντα μετακινούσε το καπέλο μερικά εκατοστά προς τα πίσω.
Και μάζευε και το τεντωμένο μικρό τριχωτό δάχτυλο χτυπώντας μερικές φορές το πέτο του για να διώξει τυχών υπολείμματα σκόνης.

Τα μυτερά του παπούτσια ήταν πάντα η δυσάρεστη για μένα σύγκριση.
Ο πατέρας μου, μου καταλόγιζε ανελέητα ότι καταστρέφω τα παπούτσια που μου αγοράζει. Μόνο εγώ το έκανα αυτό. Κανείς άλλος.
 « δες τα παπούτσια του κυρίου Τριανταφυλλάκη.. πάντα στην εντέλεια .. πάρε επιτέλους ένα παράδειγμα..» «Περπάτα σαν άνθρωπος πια..»
Η γειτονιά δεν έβλεπε εύκολα αυτοκίνητα. και όταν ο κύριος Τριανταφυλλάκης αποφάσισε να αγοράσει ένα και να το φέρει εκεί έξω από τα ανθισμένα του τριαντάφυλλα, τότε μια μαγική σκόνη μας κάλυψε όλους.
Ίδιος εμένα που πλέον είχα βρει ένα νέο εντυπωσιακό παιχνίδι. Τους γυαλιστερούς, ασημί προφυλακτήρες του νέου αυτοκινήτου της γειτονιάς. Καθισμένος κάτω στο χώμα, πλησίαζα το πρόσωπο μου κοντά στον προφυλακτήρα και ξαφνικά τα πάντα άλλαζαν.
Τα μάτια μου και τα αυτιά μου έπαιρναν άλλες διαστάσεις. Τα δόντια μου έμοιαζαν τεράστια και λευκά. Τα φρύδια μου σχημάτιζαν μια ατέλειωτη σειρά δεξια κι αριστερά μου. Και ανάλογα με την απόσταση απ τον προφυλακτήρα του αυτοκίνητου όλα  μίκραιναν η μεγάλωναν ιλιγγιωδώς.
Δεν χόρταινα να παρατηρώ τις αλλαγές, κάνοντας άπειρες γκριμάτσες για να γίνουν όλα ακόμα πιο εντυπωσιακά.
Ακόμα πιο ονειρεμένα.
Κι όταν ο ήλιος χανόταν  και οι μανάδες  έβαζαν πάλι τις φωνές να μαζευτούμε στα σπίτια, τότε συνέχιζε το μυαλό μου να φαντάζεται ακόμα πιο κωμικές φιγούρες μπροστά στον ασημί γιαλιστερο και λείο προφυλακτήρα.
«.. Πάλι ονειρεύεται αυτό το παιδί μας...»
Ξάπλωνα στο μικρό μου κρεβάτι που για λόγους ζέστης είχε μεταφερθεί στο μικρό μπαλκονάκι της κουζίνας μας και χανόμουν στα μακρινά φώτα της πόλης χαμηλά και  στα μικρά λευκά, τρεμοπαίζονται φώτα της Αίγινας, στο βάθος. Αλλά το εξίσου σαγηνευτικό θέαμα, ήταν ένας  μακρινός θερινός κινηματογράφος που δεν μπορούσε κανείς να καταλάβει τι έπαιζε, όμως οι μόνιμες εναλλαγές των χρωμάτων, στην λευκή του τεράστια οθόνη, ήταν μια άλλη νυχτερινή μαγεία που καραδοκούσε να πλάσει νέα  όνειρα και νέες γκριμάτσες.
Κάποτε έμαθα ότι ήταν ο κινηματογράφος «Εριέττα»
Κι αυτό το όνομα, που έμοιαζε τόσο φοβιστικά γλυκό κι ανατριχιαστικά μακρινό, φούντωνε τα παιδικά μου όνειρα με ιστορίες που συνδύαζαν τον λείο καθρεπτιζοντα προφυλακτήρα με το εύηχο και άδολα ερωτικό όνομα «Σινε Εριέττα».
Και κάπου εκεί στην θέα του άγνωστου και πολύχρωμου κόσμου αποκοιμιόμουν.

Οι καλοκαιριάτικες Κυριακές μύριζαν πρέφα, καφέ, και  ταψιά με ψητά στο φούρνο. Μύριζαν παιδικές φωνές και γέλια πατεράδων. Είχαν μια γεύση από μεγάλες σελίδες εφημερίδων και μανάδες σε γιορτινά φορέματα.
Είχαν μια γεύση από καθαρά καλοσιδερομένα ρούχα. «Τα καλά μας!».
Και μεσημεριανό φαγητό όλοι μαζί.
Μετά, ένα μεσημεριανό ραχάτι με δροσερά φρεσκοπλυμένα σεντόνια.
Ένα απόγευμα που ήλιος  έπεφτε πίσω από τους θολούς τρεμάμενους μακρινούς γκρίζους όγκους της Σαλαμίνας, χρυσίζοντας την αττική γη και οι φωνές μας από το κρυφτο και το κυνηγητό έπνιγαν τον δρόμο στη σκόνη, κάποιος «Μεγάλος» ακούστηκε να λέει κάτι για κάποιο πανηγύρι στον προφήτη Ηλία.
Όχι πολύ μακριά. Εκεί κοντά στο «Τρύπιο κατοστάρι» κάπου εκεί στην «Εριέττα»
Σταμάτησα να τρέχω. Είχε ακουστεί το «Εριέττα».
Παρακάλεσα να με πάρουν μαζί τους.
Ο κύριος Τριανταφυλλακης θα οδηγούσε. Ο νονός μου και ο πατέρας μου θα επέβαιναν στο πίσω κάθισμα με τα κοντομάνικα διπλωμένα τους πουκάμισα και γω ανάμεσα στα μπράτσα τους, που μύριζαν πράσινο σαπούνι και ιδρώτα, έβλεπα διάφορα όργανα να μετρούν χιλιόμετρα και αλλά ακαταλαβίστικα. Η κυρία Τριανταφυλλακη είχε βγει στο δρόμο και με τα χέρια στη μέση παρακάλεσε και τον κύριο Ηρακλή να κάνει τον κόπο να πάει μαζί τους.
«Κύριε Ηρακλή μας δεν πάτε μαζί με τον άνδρα μου να τον προσέχετε και λίγο? Εσείς ως αυτοκινητιστής θα είστε εξαιρετική βοήθεια αχρείαστη νάναι»
Ο κύριος Ηρακλής είχε το προσωνύμιο «ο πειρατής» και δεν μπορούσα να καταλάβω τι σήμαινε. Θα καταλάβαινα κατά την διάρκεια εκείνου του απόβραδου ότι είχε κάποιο παράνομο.. «πειρατικό» αυτοκίνητο που λειτουργούσε  ως ταξί.
Άρα και γνώριζε την τέχνη της οδήγησης.
Και η κυρία Τριανταφυλλακη γύρισε ήσυχη στον δροσερό της κήπο  την ώρα που η μηχανή μούγκρισε, τραντάζοντας κάπως, λαμαρίνες και επιβάτες.
Ο κύριος Τρυανταφυλλακης με την γνωστή κίνηση έσπρωξε το ψάθινο καπέλο του λίγα εκατοστά πιο πίσω και βγάζοντας το μαντήλι, το τοποθέτησε στην άκρη της κοιλιάς του, εκεί που ακουμπούσε ήδη το τεράστιο  μαύρο, στρογγυλό και γυαλιστερό τιμόνι του αυτοκινήτου. Καθώς έστριβε το βολάν αυτό περνούσε από το μαντήλι που ήταν σφηνωμένο πλέον ανάμεσα στη κοιλία και το τιμόνι.
«…. Να μην αφήσει μαυράδια στο πουκάμισο!!» 
Έτσι το δικαιολόγησε και ο κύριος Ηρακλής – περίπου ιδίων διαστάσεων και σωματοτυπου – συμφώνησε, κουνώντας καταφατικά το τεράστιο γυμνό του κεφάλι.
Ένοιωσα περιπαιχτικά γελάκια από τους «πίσω».
Αγνοώντας όμως τους κινδύνους της μη ασφαλούς οδήγησης του οδηγού, παρατηρούσα τα μικρά λαμπάκια στο καντράν και άκουγα μετά προσοχής όσα ο έμπειρος κύριος Ηρακλής, ασταμάτητα επεξηγούσε, στον κατά τα φαινόμενα ατζαμή οδηγό του παλαιού ‘Οπελ.
Έμαθα ότι ήταν ένα Όπελ Ολύμπια του 1960.
Έμαθα ότι «φρενάρουμε πάντα για πεζούς αλλά ποτέ για ζώα».
Έμαθα ότι μπορούσε να τρέξει με 100 χιλιόμετρα την ώρα.
Έμαθα ότι ο κύριος Τριανταφυλλακης δεν έτρεχε ποτέ γιατί «φώναζε» η κυρία του.
Έξαλλου δεν είχαν και που να πάνε. Κάπου πιο μακριά βρε αδελφέ. «Μεγαλώσαμε πια»
Πάλι «γελάκια» από τους πίσω. Κλείσιμο ματιού. Μικρά σκουντήματα.
Μπαμπάς και νονός στο πίσω κάθισμα μουρμούριζαν μόνιμα μικρές «κακίες» και χαμογελούσαν μέσα από λεπτά μαύρα μουστάκια, έχοντας τους αγκώνες έξω από τα παράθυρα που άνοιγαν ελαφρώς προς τα πίσω  Κάτι σαν φιλιστρίνια.
Φτάσαμε κάποτε.
Παρκάραμε εκεί που έπρεπε, ανάμεσα σε άλλα, σχεδόν ίδιου τύπου, αυτοκίνητα.
Πολυκοσμία σε μια τεράστια αλάνα με φώτα πολύχρωμα, πάνω από πάγκους με παιχνίδια και ρούχα.
Μια απόλυτη τσίκνα, από αυτοσχέδιες ψησταριές, ανέβαινε προς το μαβί του ουρανού. Μουσικές ακούγονταν μπερδεμένες, ανακατωμένες.

« Της Λαρίσης το ποτάμι που το λένε Πηνειό αν τυχών και δεν με θέλεις…»

Χανόμουν σε όλα αυτά κοιτώντας και μυρίζοντας τα πάντα γύρω μου.
Τα χρώματα, οι ήχοι και οι μυρωδιές, ανακατωμένα με την σκόνη της αλάνας και τον μαύρο όγκο του Υμηττού, να σκουραίνει όσο σκοτείνιαζε και πιο πολύ.
Η Αθήνα κάτω άναβε ένα ένα τα φώτα της.
Κι ο Σαρωνικός γαλαζόμαυρος φέγγιζε από ολόφωτα καράβια.

Και εκεί που δεν το περίμενα  το μάτι μου αναγκάστηκε να δει ένα μπλε φως να ανάβει παραπονιάρικα, κάπου πιο έξω από την αλάνα του πανηγυριού.
Πάνω απ την σκόνη και τις τσίκνες της.
Πρώτα μια σειρά μεγάλη. Γαλάζια. Μετά ένα κόκκινο πλαίσιο άρχισε με μικρά σπασίματα να ανάβει. Να γίνεται ένα όμορφο σχήμα που έτρεχε να κάνει γραμμές φωτεινές.  Με φως ολάχνιστο.
Τρεμόπαιξε λίγο μέχρι να σταθεί με μεγαλοπρέπεια στα μάτια μου.
Αποσβολώθηκα.
Και μετά, μέσα στα χρώματα να εμφανίζονται με αυθάδεια ένα ένα τα γράμματα …
«Σινέ Εριέττα».
Έκανε ένα σαν «τσάφ»… κι έμεινε εκεί γραμμένο.
Ολόφωτο σαν φεγγάρι τον Αύγουστο.
Έμεινα νοιώθοντας μια ανατριχίλα να περνά όλη μου την πλάτη.
Με τράβηξε το χέρι του πατέρα μου… «περπάτα.. τι έπαθες.?»
«Α,.. ναι  Είναι κινηματογράφος.. Η Εριέττα.»
Κι άρχισαν να μιλούν για την Εριέττα. Γελώντας και κοιτάζοντας αδιάφορα τους πανηγυρτζήδες…
Με τραβούσε και γύριζα το κεφάλι προς τα πίσω να δω πάλι τα κατακόκκινα γράμματα…  να ρουφήξω τα σχέδια τα σχήματα και το πανέμορφο όνομα ανάμεσα τους… Εριέττα..
« …αυτός που το έγραψαν και οι εφημερίδες  δεν την έχει?»
Ένας ρωτούσε αόριστα κι κάποιος  απαντούσε με μισά λόγια..
Ανέλαβε ο κύριος Ηρακλής ο «κοσμογυρισμένος» να απαντήσει.
Τα αυτιά μου είχαν γίνει κεραίες. Με τραβούσε η ιδρωμένη παλάμη του πατέρα μου στη καρδία της ιστορίας.
«.. ναι ήταν κόρη του. Μονάκριβη και πανέμορφη… έτσι λεγανε όλοι.. δεν ξέρω κι ολας»
«και?»
« ε και τι και… την έκλεψε ένας γαμπρός … ένας  μόρτης»
Πεσαν κάτι ξερά γέλια
«ο μόρτης ε?»
« κι έδωσε ότι είχε και δεν είχε να την πάρει πίσω… αλλά που αυτή!! Έρως κύριε έρως»
«ναι .. την είχε δαγκώσει την λαμαρίνα…»
Και εσκάγανε πάλι στα γέλια όλοι μαζί.
«δεν την έδινε ο γέρος  ε?»
«δεν την έδινε ναι…  και το έσκασε με τον μόρτη κάποιο βράδυ κι έπεσε να πεθάνει ο πατέρας της.»
Βγαίναμε σιγά σιγά απ την πολυκοσμία…Σκοτάδι πια. Πλησιάζαμε στο αυτοκίνητο.
Είπα να ρωτήσω…»και τι εγινε μετά με την Εριέττα…»
Τρανταχτήκαν στα γέλια. Λαμπίριζαν στο σκοτάδι τα δόντια τους, τα μαλλιά τους και τα καλογυαλισμένα παπούτσια του κυρίου Τριανταφυλλακη.
Με κοίταζαν με ένα ύφος υπεροψίας.
Όμως αν και η απάντηση δεν ήταν για μένα ανέλαβε ο κύριος Ηρακλής να κλείσει το θέμα μιλώντας προς τους «άντρες» της παρέας.
« την έψαχνε χρόνια και κάποτε έμαθε ότι είχε πεθάνει ο μόρτης, σε ατύχημα, κι αυτή ντρεπόταν να γυρίσει πίσω. Είχε κι ένα μωρό….
«Πήγε ο πατέρας, την βρήκε, τα είπαν, κλάψανε μαζί και την έφερε πίσω.»
« τι λες?  Την συγχώρησε?»
«Ε μα τι θα έκανε λες εσύ.. είχε γεράσει κιόλας. Τώρα αυτή είναι στο ταμείο του σινεμά.. .»
«Να προσέχουμε όσοι έχουμε κόρες…¨»
Και έσκασαν πάλι στα γέλια.
Στριμωχτήκαμε πάλι μέσα στο ζεστό αυτοκίνητο ανοίγοντας παράθυρα και περιμένοντας να φυσήξει.
Το καπέλο το μαντήλι το τιμόνι η κοιλία…όλα ξανά απ την αρχή.
Γύρισε το κλειδί. Άναψαν τα φώτα. Φάνηκε πάλι η σκόνη μέσα απ τα φώτα σαν σήραγγα.
Ακούστηκε το γκάζι να δυναμώνει αλλά το αυτοκίνητο δεν ξεκολουσε απ την θέση του. Κοιταχτήκαν όλοι μεταξύ τους.
Επέμενε ο κύριος Ηρακλής.
«βάζουμε την πρώτη και μαλακά αφήνουμε το αμπραγιάζ δίνοντας γκαζάκι… ναι?»
«Αυτό κάνω.. « επέμενε ο οδηγός.
Ακούστηκε πάλι το γκάζι να δυναμώνει. Πιο πολύ, ακόμα πιο πολύ. Τα φώτα μπροστά έδειχναν δυο γραμμές της σκόνης να μοιάζουν με τροχιοδεικτικά μέσα στο σκοτάδι αλλά το αμάξι δεν ξεκολλούσε απ την θέση του.
Έπεσαν πάλι οι στροφές. Άλλη μια προσπάθεια μετά.
«.. δεν μπορεί.. μα γιατί τώρα?»
Η μηχανή του Οπελ βρυχήθηκε. Κάτι πήγε να κινηθεί προς τα εμπρός αλλά με τράνταγμα και κρότο όλα ηρέμησαν ξανά. Έμειναν τα φώτα αναμμένα και τα «πικρά» σχόλια του πατέρα μου και του νονού μου.
Μουρμούριζε μέσα απ τα μουστάκια του περιπαικτικά αλλά χαμηλόφωνα..
« έλα Ταρζάν… δώσε άλλη μια»
Ο κάθιδρος κύριος Τριανταφυλλακης επανέλαβε την διαδικασία παραγωγής σκόνης, θορύβου και τρανταγμάτων αλλά και πάλι δεν μπόρεσε να ξεκινήσει.
Άνοιξαν οι πόρτες.
Μύριζε σκόνη και κάτι καμένο.
Βγήκαν οι άντρες να δουν .. να σπρώξουν.. κάτι να κάνουν.
Μόνο ο νονός μου ανασήκωνε τα ήδη γυρισμένα μανίκια του κοντομάνικου και κλείνοντας το μάτι στον πατέρα μου έλεγε… «έλα Ταρζάν… πάμε Ταρζάν..»
Αποφάσισαν να πάνε πίσω να το σπρώξουν με τα χέρια.
Και εκεί ανακάλυψαν την αιτία της στασιμότητας του «Ταρζάν»
«Μι Τάρζαν γιου Τζέην» είπε ο νονός μου γελώντας.
Ο πανέμορφος γυαλιστερός αγαπημένος μου προφυλακτήρας είχε «μπλεχτεί» με τον αντίστοιχο ενός άλλου αυτοκινήτου που ήταν πίσω μας.
Και ο κύριος Τριανταφυλλακης έσερνε στη προσπάθεια του εκτός από εμάς και το πίσω αυτοκίνητο προσπαθώντας να ξεκινήσει.
Οι δυο προφυλαχτήρες σφιχταγκαλιασμένοι και σκονισμένοι παρέμεναν λείοι αλλά ελαφρώς τσαλακωμένοι.
Πιασαν δουλειά τα μπράτσα να τους ξεμπλέξουν. Να απελευθερωθούν.
Κουνήθηκαν τα σώματα των αυτοκινήτων δεξιά αριστερά.
Η σκόνη κόλλησε στα μέτωπα. Παλάμες μουτζουρώθηκαν.
Το μαντήλι του κύριου Τριανταφυλλακη έσταζε πια σαν βρεγμένο από βροχή.
Γύρισε το κλειδί . Άνοιξαν τα παράθυρα.
Τα φώτα αναπηδούσαν σε πεζοδρόμια κι ανθρώπους.
Έστρεψα το βλέμμα μου προς τα πίσω. Μέσα απ το μικρό οβάλ παράθυρο πίσω απ τα καθίσματα είδα τα μπλε και κόκκινα παραλληλόγραμμα του «Σινε Εριέττα» να απομακρύνονται.
Απλώνονταν χαμογέλα μέσα στον «Ταρζάν» και μια ευωδιά από πευκοβελόνες.
Και εκείνη θα ήταν στο ταμείο.

Μπορεί να την έβλεπα, από το μικρό μου κρεβάτι στο μπαλκονάκι της κουζίνας μας, να κόβει εισιτήρια, να ταχτοποιεί τα καθίσματα, να κλείνει τα φώτα στο τέλος της προβολής.
Μπορεί να την είδα και κάποιες άλλες φορές, αφηρημένος μπροστά στον παραμορφωτικό, λείο και αστραφτερό προφυλακτήρα του "Ταρζάν" να με κοιτάζει από πίσω, όρθια, ντυμένη σε ολόλευκα, με απλωμένο το χέρι.
Είχε ένα όμορφο χαμόγελο και λυπημένα μάτια.
Μπορεί και να τα φαντάστηκα όλα αυτά.

ΚΑΡΑΜΕΛΕΣ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙ


Χαμογελούσε  η μάνα μου στο τραπέζι.
«Α.. ξέχασα. Το απόγευμα θα έρθει ο θειος μου ο Κώστας.»
 « Επίσκεψη!» 
Στους άλλους βγήκε μια απορία  στα ξαφνικά.  Σίγησαν τα πιρούνια.  Ξεχάστηκαν κάτι λαδομπούκια να μουλιάζουν στη σαλάτα.
« Μπα.. πότε εμφανίστηκε αυτός?» .
« Ήρθε απ την Γερμανία για λίγες μέρες και θα έρθει να μας δει.!»
Καμάρωνε η μάνα μας με τον ερχομό του θειου της!. Πάντα καμάρωνε με τους δικούς της ανθρώπους και το έδειχνε.
Μικρή παύση μέχρι να βγει το καυστικό σχόλιο του πατέρα μου 
«.. λες να σου φέρει και καμιά φρέσκια νιβέα?»

Απόγευμα.   Μπάλα στις πέτρες. Τα κορίτσια χτένιζαν κάτι ξεμαλλιάρες κούκλες.
Οι μανάδες είχαν βγάλει τις ποδιές.
Πατεράδες μιλούσαν για πολιτική και μεροκάματα.
Έφυγε μια μπαλιά κατά την κατηφόρα. Πανικός να την προλάβουμε. Έτρεξα  αλαφιασμένος να σώσω το μέλλον του αθλήματος κυνηγώντας την. Λίγο ακόμα και την προλάβαινα.
Ένα καλογυαλισμένο καφέ παπούτσι την είχε μόλις σταματήσει.
Σήκωσα το κεφάλι να δω ποιος ήταν.
Κοντά ψαρά μαλλιά. Καλοξυρισμένος. Χαμόγελο απροσδιόριστα  γνώριμο. Μάτια που έδειχνε να μιλούν πιο δυνατά απ το στόμα.
Καφέ κουστούμι. Καφέ παπούτσια. Γυάλιζαν!  Λαμποκοπούσαν!.
«πως μεγάλωσες έτσι ανιψιέ !» Μόλις  που το άκουσα.
Χαμηλών τόνων η φωνή.
«.. σε περιμένουν θειε» είπα αμήχανα και έδειξα πίσω προς το σπίτι.
Χαμογέλασε, μου χάιδεψε λίγο το κεφάλι, έκανε μια κίνηση σαν να έσπαγε λίγο την μέση του, χώνοντας το χέρι  στη δεξιά τσέπη του παντελονιού.
Το τράβηξε έξω και μου έδωσε κάτι. Κάποιο νόμισμα βάρυνε την παλάμη μου.
«.. πάρε αυτά. Να πάρεις ότι θες». Και ξεκίνησε αγέρωχος προς το σπίτι .
Έτριζε το καφέ παπούτσι. Κάθε  βήμα και τρίξιμο. Σαν τόνος σε παρέλαση.
Τον είδα να απομακρύνεται. Άνοιξα την παλάμη μου.
Είδα το κέρμα. Δυο κάτι σαν γίγαντες, με ρόπαλα στα χέρια ακουμπούσαν πάνω σ’ ένα σταυρό κι ένα στέμμα. Και κάτω ένα τεράστιο πέντε.
Έδωσα μια στη μπάλα. Να πάει στα παιδιά που περίμεναν. Εγώ είχα άλλα σχέδια με πέντε δραχμές στη παλάμη.
Με πέντε δικές μου δραχμές!.

Μπήκα φουριόζος μέσα στο μπακάλικο της γειτονιάς, με το τάλιρο στο χέρι.
Πέρασα ανάμεσα απ τα μισοδιπλωμένα σακιά με χύμα  φακές φασόλια, ρύζια και κάρφωσα το βλέμμα σ’ ένα μεταλλικό κουτί με καραμέλες πολύχρωμες. Γυάλιζαν  μέσα στα σελοφάν.
«πέντε δραχμές καραμέλες κυρ Γιώργο!» είπα
«πέντε δραχμές? Δεν είναι  πολλές?» αναρωτήθηκε με έκπληξη τινάζοντας τα χέρια του πάνω στην άσπρη ποδιά.
Επέμενα. Ναι πέντε δραχμές. Και του έδωσα το τάλιρο. Είχα ένα τάλιρο ενθουσιασμό που θα τον αντάλλασα με καραμέλες.
Πήρε ένα φύλλο εφημερίδας και σχημάτισε ένα τεράστιο χωνί.
Συνέχιζε να έχει μια απορία στο πρόσωπό του.
Μέτρησε 50 καραμέλες, μια μια ,τσαλάκωσε  το χωνί στη κορφή να κλείσει και μου το έδωσε.
Είχε γεμίσει η αγκαλιά μου με το χωνί. Βρέθηκα στο δρόμο. Άνοιξα το πάνω μέρος και πήρα την πρώτη. Την ξεδίπλωσα κρατώντας  μια άκρη με τα δόντια μου και τραβώντας με τα δάχτυλα απ την άλλη. Με μάγευε ο ήχος του λεπτού διάφανου σελοφάν που άνοιγε ξεκολλώντας απ’ το σώμα της κίτρινης  καραμέλας. Την κράτησα ανάμεσα στα δάχτυλα μου. Το σώμα της έμοιαζε με κρυστάλλους σε αδαμαντωρυχείο. Μύριζε κάτι σαν πορτοκαλεώνες στο Άργος. Σαν αγρός σε ανοιξιάτικη έξαρση χρωμάτων και αισθήσεων.
Πρέπει να έκλεινα τα μάτια, για να περάσει απ τον ουρανίσκο μου χωρίς καμιά παρεμβολή, όλη η φαντασμαγορία της γεύσης και της όσφρησης και να φτάσει μέχρι το τελευταίο σημείο του εγκεφάλου μου. Την έκλεινα ανάμεσα στα δόντια και στο μάγουλο  και περίμενα μέχρι να νοιώσω κάτι τρομακτικό να την λούζει και να ξεχειλίζει από μέσα της, προσπαθώντας να γεμίσει όλη  την στοματική μου  κοιλότητα. Άκουγα να κτυπάει στα δόντια  περνώντας ανάμεσα τους και η γλώσσα να την αναποδογυρίζει κλέβοντας κάθε φορά κάτι απ το σώμα της.  Κι εκεί, ξαφνικά, απροειδοποίητα, άρχιζε απ το μάγουλο μια ανατριχίλα, που απλωνόταν στο έξω μέρος του λαιμού , έφτανε στον ώμο μου και περνούσε στο μπράτσο σηκώνοντας κάθε δείγμα τρίχας που εύρισκε στο δρόμο της.
Πρέπει να μου έτρεχαν τα σάλια.  Πρέπει να είχα χάσει ελαφρώς την αίσθηση του χρόνου πλησιάζοντας προς το σπίτι.
Κατάπινα την γλυκιά ευχαρίστηση της καραμέλας και παράτεινα την ζωή της στο στόμα μου χωρίς να την σπάω με τα δόντια. Απλά την άφηνα να λειώνει και να γεμίζει το στόμα μου με χρωματιστά σάλια.  Και πάλι απ την αρχή.
Νομίζω ότι εκείνο το απόγευμα δεν σκόνταψα σε καμία πέτρα. Καμιά δεν κλώτσησα άσκοπα. Τα πόδια μου βάδιζαν μόνα τους. Σαν προγραμματισμένα. Καθηλωμένα κι αυτά  απ την παραζάλη της γλυκιάς, παρατεταμένης γεύσης. Το σώμα μου δεν άκουγε τον έξω κόσμο,  παραδομένο σε όσα συνέβαιναν μέσα μου. Από το στόμα μέχρι το στομάχι, όποια αισθητήρια έχει προνοήσει ο ανθρώπινος οργανισμός, όποιες απολήξεις νεύρων, χιλιάδες, η ακόμα και εκατοντάδες η και εκατομμύρια κι αν υπάρχουν, ζούσαν μαζί μου το λιώσιμο της καραμέλας. Αυτή έλιωνε κι εγώ πλησίαζα στο σπίτι.
Στη βεράντα όλοι μαζεμένοι  μιλούσαν. Ο θειος  είχε την τιμητική του. Ιστορίες της ξενιτιάς.  Οδηγός ταξί στη Φρανκφούρτη.
Το  βλέμμα της μάνας μου με επανέφερε απροσδόκητα . Είχε κάτι μεταξύ αγριάδας και χαμόγελου. Σαν να είχε γυρίσει ανάποδα. Αγριάδα για μένα, με το χωνί αγκαλιά και προσποιητής χαράς, λόγω θειου.
Μου έκανε νόημα με τα μάτια της. Κάτι σαν «έλα μέσα να σου πω».
Είχε μαζέψει τον δείκτη του δεξιού της χεριού και τον δάγκωνε. Τον δάγκωνε και τον κουνούσε λες και είχε κολλήσει ανάμεσα στα δόντια της. Κρυμμένη επιμελώς πίσω απ τους «επισκέπτες» κοιτούσε με έντονα μάτια την εφημερίδα-χωνί, που είχα αγκαλιά.
Μόλις είχα πάρει το μήνυμα.
Κόπηκε η χαρά της στοματικής μου κοιλότητας. Καταπραϋνθήκαν οι νευρικές απολήξεις του οισοφάγου μου και κάποιες άλλες, αυτές της προϊδέασης των κακών μαντάτων, σήκωναν τώρα τις μικρές  τρίχες στα μπράτσα μου κι άνοιγαν τους κρουνούς κάποιου κρύου ιδρώτα στο μέτωπο μου…
Μπήκα μέσα στη κουζίνα με τα μάτια στο πάτωμα. Με έπιασε απ τα αυτί.
- τι ειν αυτά?
- Καραμέλες.
- που τα βρήκες τα λεφτά?
- ο θειος,  μου έδωσε ένα τάλιρο και είπα…
- Τάλιρο?? Ολόκληρο τάλιρο?
- ε ναι. Υπάρχει και μισό?
Είχε κοκκινίσει το πρόσωπο της. Άφησε το αυτί μου. Το ένοιωθα ακόμα ζεστό και πιεσμένο.
- Εμπρός.. Πίσω στον κυρ Γιώργο τώρα!. Να επιστρέψεις τις καραμέλες και να πάρεις το τάλιρο. Ολόκληρο. Ακούς εκεί ένα ολόκληρο τάλιρο καραμέλες…
Μικρή σιωπή οπού ένοιωθα τα μάτια μου, να μην χωρούν στις κόγχες τους.
- Μα έφαγα μια…
- Έφαγες ξεφαγες, πήγαινε τες πίσω και φέρε το τάλιρο, να μην φας κι από μένα παρά μια τεσσαράκοντες. Εμπρός ξεκίνα.
- μα πώς να το κάνω αυτό?… αφού έφαγα μια λέω
Κλαψούριζα να αποφύγω το αδύνατον
Δάγκωσε πάλι τον μαζεμένο δείχτη της.
- θα το κανείς όπως ξέρεις. Εμπρός . Τσακίσου να φέρεις πίσω το τάλιρο…. Ακούς εκεί ένα τάλιρο καραμέλες ο χουβαρντάς!.. μια βδομάδα θα περνούσαμε.
Μονολογούσε ψιθυριστά  αλλά τα λόγια της σφύριζαν πίσω μου.
Με κατεβασμένο κεφάλι πέρασα απ την βεράντα αποφεύγοντας τις ματιές των άλλων,  παίρνοντας τον δρόμο για το μπακάλικο.
Ένοιωθα  άχαρα  με την εφημερίδα χωνί στην αγκαλιά και κείνα τα λιγνά ποδάρια με τα λερωμένα παπούτσια. Ένοιωθα τα βλέμματα όλων καρφωμένα στη πλάτη μου καθώς απομακρυνόμουν.
Έμοιαζε με μια μικρή συνομωσία. Σαν όλοι να  ήξεραν. Να ήξεραν την αξία του τάλιρου. Έκτος από μένα.
Με πείραζε αυτή η σκέψη, αλλά μέσα μου την ανέτρεπα. Τουλάχιστον εγώ για καμιά εκατοστή ανέμελα βήματα είχα νοιώσει  το Αργος και την Άρτα να είχαν ενωθεί σε μια απέραντη πεδιάδα πορτοκαλιών και η ζάχαρη να έπεφτε από ψηλά σαν ποτιστικό.
Βέβαια έμενε και αυτή η μαγκούφα η αίσθηση της απόλυτης ντροπής να πρέπει να επιστραφούν καραμέλες και τάλιρο.
Βγήκα στο δρόμο με το βαρύ κέρμα στη τσέπη και την ντροπή στα χνώτα μου. Της ντροπής που ανακάτωνε το στομάχι μου και το μυαλό μου. Και τα μάτια στο δρόμο, χαμηλά.

Χρόνια μετά,  κάτω από έναν προβολέα και στόμα ανοιχτό , γεμάτο με μικρούς απορροφητικούς βόλους βάμβακος και σωληνάκια αναρρόφησης,  ακούω τον ειδικό με την άσπρη ποδιά, και τα τεράστια διάφανα γυαλιά,  να μιλά παραμορφωμένα μέσα απ την μάσκα του, κρατώντας απειλητικά,  στιλπνά  οδοντιατρικά σύνεργα,  σε απόσταση αναπνοής απ το πρόσωπό μου.
- … Γερά δόντια!… δεν έτρωγες καραμέλες μικρός?
Ένας τροχός-βούρτσα  άρχισε, τσιρίζοντας επίμονα,  να γυαλίζει το μυαλό μου. Αδυνατούσα να του εξηγήσω την ιστορία με την καραμέλα. Με τόσα μεταλλικά εργαλεία μέσα στο ανοιχτό μου στόμα ήταν αδύνατον να μιλήσω. Αναρωτήθηκα  όμως τι σχέση μπορεί να έχουν, ένα τάλιρο ντροπή και μια εφημερίδα χωνί γεμάτη καραμέλες, καμιά σαρανταριά χρόνια αργότερα.
Και δεν μπορούσα να χαμογελάσω.