Έβρεχε στη πόλη.
Οι αμέριμνοι περνούσαν με μουσκεμένες ομπρέλες απ την βιτρίνα του βιβλιοπωλείου χαζεύοντας τους νέους τίτλους χωρίς να με διακρίνουν στο σκοτεινό εσωτερικό του χώρου.
Έβρισα την στιγμή που αράδιασα τα νέα βιβλία εκεί.
Αν ήταν άδεια ίσως να με έβλεπαν!.
Κρεμόμουν μόνος με τα πόδια στον αέρα και την καρέκλα πεσμένη λίγο πιο δεξιά μου μπροστά από ένα μισάνοιχτο βιβλίο
- θα την φτάσω…έλα θα την φτάσω….σκεφτόμουν κρατώντας την θηλιά.
Μια ανεπαίσθητη κίνηση εμπρός - πίσω και λίγο στραβά προς τα δεξιά είχε αρχίσει.
Είχα ελπίδες αλλά έκοβα ανάσες.
Ξεφυλλίζονται τα βιβλία μόνα τους?
Προσπαθούσα...μετέωρος…. αναθεματισμένε τίτλε…
«Εύκολα δένεις εύκολα λύνεις.»
Η άκρη του παπουτσιού σχεδόν το άγγιζε.
Η βροχή και η σειρήνα ενός ασθενοφόρου ακουγόταν πνιχτά.
Έτσι νόμιζα?
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου